Ένας χρόνος συμπληρώνεται σήμερα, 19 Μαρτίου 2026, από τη μέρα που ο Εκρέμ Ιμάμογλου οδηγήθηκε στην προφυλάκιση, σε μια εξέλιξη που μετατράπηκε γρήγορα από δικαστική υπόθεση σε πολιτικό ορόσημο για τη σύγχρονη Τουρκία. Ο δήμαρχος της Κωνσταντινούπολης, ο άνθρωπος που είχε καταφέρει να νικήσει το κυβερνών στρατόπεδο στην πιο εμβληματική πόλη της χώρας, παραμένει έγκλειστος εν αναμονή δίκης για κατηγορίες διαφθοράς τις οποίες ο ίδιος αρνείται, ενώ η αντιπολίτευση, ευρωπαϊκοί θεσμοί και οργανώσεις δικαιωμάτων κάνουν λόγο για μια βαθιά πολιτικοποιημένη διαδικασία.
Η επέτειος δεν πέρασε σιωπηλά. Χιλιάδες πολίτες συγκεντρώθηκαν ξανά μπροστά από το δημαρχείο της Κωνσταντινούπολης, έπειτα από κάλεσμα του CHP, του κόμματος που εξακολουθεί να τον θεωρεί κεντρικό του πολιτικό κεφάλαιο και πιθανό προεδρικό υποψήφιο. Τα συνθήματα περί «δικαιώματος», «νόμου» και «δικαιοσύνης» δεν αφορούσαν μόνο το πρόσωπο του Ιμάμογλου. Αφορούσαν ένα ευρύτερο αίσθημα ότι στην Τουρκία η πολιτική αντιπαράθεση έχει μεταφερθεί όλο και περισσότερο στις αίθουσες των δικαστηρίων.
Για να κατανοήσει κανείς γιατί η φυλάκισή του εξακολουθεί να φορτίζει τόσο πολύ το τουρκικό πολιτικό σύστημα, πρέπει να θυμηθεί τι συμβόλιζε ο Ιμάμογλου πριν από την πτώση του πίσω από τα σίδερα. Δεν ήταν απλώς ένας δημοφιλής δήμαρχος. Ήταν ο πολιτικός που έσπασε τον σχεδόν μυθικό δεσμό ανάμεσα στην Κωνσταντινούπολη και το στρατόπεδο Ερντογάν. Η νίκη του το 2019, και μάλιστα η επανάληψή της με ακόμη ισχυρότερη λαϊκή νομιμοποίηση μετά την ακύρωση της πρώτης εκλογικής αναμέτρησης, τον κατέστησαν όχι έναν τοπικό παράγοντα, αλλά έναν εθνικό αντίπαλο δέους. Από τότε και έπειτα, κάθε νομική περιπέτεια που τον αφορούσε διαβαζόταν από τους υποστηρικτές του ως κομμάτι μιας μακράς προσπάθειας πολιτικής εξουδετέρωσης.
Ο ίδιος ο φάκελός του έγινε με τον καιρό ένα είδος καθρέφτη της τουρκικής εποχής. Πριν από τη μεγάλη υπόθεση που οδήγησε στην προφυλάκισή του, είχε ήδη καταδικαστεί το 2022 σε ποινή φυλάκισης δυόμισι ετών για «προσβολή δημοσίων λειτουργών», σε μια υπόθεση που παραμένει εξαιρετικά πολιτικά φορτισμένη και της οποίας η τελική δικαστική κατάληξη δεν έχει πάψει να σκιάζει τη δημόσια παρουσία του. Ακολούθησαν νέες κατηγορίες και νέες έρευνες, μέχρι τη σύλληψη και την προφυλάκιση του Μαρτίου του 2025, όταν οι τουρκικές αρχές τον παρουσίασαν ως ύποπτο σε μια μεγάλη υπόθεση που αφορά τον μητροπολιτικό δήμο Κωνσταντινούπολης.
Από την πρώτη στιγμή, ο τρόπος με τον οποίο εξελίχθηκε η υπόθεση προκάλεσε ισχυρούς τριγμούς εντός και εκτός Τουρκίας. Το Συμβούλιο της Ευρώπης μίλησε τότε ανοιχτά για «επίθεση στη δημοκρατία» και απαίτησε την άμεση απελευθέρωσή του, υποστηρίζοντας ότι η φυλάκισή του, τη στιγμή που επρόκειτο να επιλεγεί ως προεδρικός υποψήφιος της αντιπολίτευσης, δεν είχε να κάνει με τη δικαιοσύνη αλλά με την πολιτική. Η Human Rights Watch κατήγγειλε επίσης αυθαίρετη κράτηση και υποστήριξε ότι πρόκειται για κίνηση φίμωσης νόμιμης πολιτικής δραστηριότητας. Η τουρκική κυβέρνηση, από την άλλη, απέρριψε εξαρχής κάθε κατηγορία πολιτικής παρέμβασης, επιμένοντας ότι τα δικαστήρια λειτουργούν ανεξάρτητα.
Αυτό ακριβώς το δίπολο ορίζει και σήμερα τη δημόσια εικόνα του Ιμάμογλου. Για το κράτος και το κυβερνητικό αφήγημα είναι ένας κατηγορούμενος που πρέπει να λογοδοτήσει. Για ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της τουρκικής κοινωνίας, αλλά και για σημαντικό μέρος της διεθνούς κοινότητας, είναι ο φυλακισμένος αντίπαλος που τιμωρείται επειδή μπορούσε να κερδίσει. Το γεγονός ότι παραμένει ίσως ο ισχυρότερος δυνητικός αντίπαλος του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στις επόμενες προεδρικές εκλογές δίνει στην υπόθεσή του βάρος πολύ μεγαλύτερο από εκείνο μιας συνηθισμένης δικαστικής διαμάχης.
Η εικόνα αυτή ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο από το εύρος της ίδιας της δικογραφίας. Σύμφωνα με οργανώσεις δικαιωμάτων και διεθνή δημοσιεύματα, η βασική υπόθεση που οδήγησε στη σύλληψη του Μαρτίου του 2025 άνοιξε τον δρόμο για μια γιγαντιαία δίκη με εκατοντάδες κατηγορουμένους. Στο μεταξύ, οι τουρκικές εισαγγελικές αρχές προχώρησαν και σε νέες κινήσεις, ενώ ήδη από τον περασμένο Οκτώβριο είχε εκδοθεί σε βάρος του και νέα εντολή σύλληψης για «πολιτική κατασκοπεία», παρότι βρισκόταν ήδη στη φυλακή. Οι αντίπαλοί του βλέπουν σε αυτή τη διαρκή διόγκωση του κατηγορητηρίου μια μέθοδο ώστε ο πολιτικός χρόνος να εξαντληθεί πριν τελεσιδικήσει οτιδήποτε.
Η ίδια η δικαστική διαδικασία επιβεβαίωσε ότι η υπόθεση δεν θα ξεθωριάσει εύκολα. Στην πρώτη μεγάλη ακροαματική διαδικασία, στις αρχές Μαρτίου του 2026, ο Ιμάμογλου συγκρούστηκε ανοιχτά με την έδρα, ζητώντας να του επιτραπεί να μιλήσει και να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Η σκηνή αποτυπώθηκε ως μικρογραφία της ευρύτερης πολιτικής αντιπαράθεσης: ένας αιρετός που επιμένει ότι διώκεται επειδή εκπροσωπεί εκατομμύρια ψηφοφόρους, απέναντι σε ένα σύστημα που επιμένει να τον αντιμετωπίζει αποκλειστικά ως ποινικό κατηγορούμενο.
Όμως ένα αφιέρωμα στον Ιμάμογλου δεν μπορεί να εξαντλείται στις κατηγορίες, στις δικαστικές πράξεις και στις ανακοινώσεις. Πρέπει να σταθεί και σε αυτό που ο ίδιος αντιπροσωπεύει. Για πολλούς Τούρκους ψηφοφόρους, ο Ιμάμογλου συμπύκνωσε για πρώτη φορά μετά από χρόνια την ιδέα ότι η αντιπολίτευση μπορεί να μην είναι απλώς διαμαρτυρία, αλλά εξουσία σε αναμονή. Δεν στηρίχθηκε μόνο στον λόγο εναντίον του Ερντογάν. Στηρίχθηκε σε ένα ύφος διαφορετικό: πιο ήπιο, πιο αστικό, πιο συνθετικό, χωρίς να είναι άτολμο. Μίλησε σε κεμαλικούς, σε κεντρώους, σε συντηρητικούς που ήθελαν αλλαγή χωρίς άλμα στο κενό, ακόμη και σε Κούρδους ψηφοφόρους που αναζητούσαν μια πιο σταθερή δημοκρατική προοπτική.
Ακριβώς γι’ αυτό, η απουσία του από τη δημόσια σφαίρα έχει τόσο βαρύ πολιτικό αποτύπωμα. Ένας χρόνος μετά, η φυλάκισή του δεν έχει λειτουργήσει ως λήξη της πολιτικής του επιρροής, αλλά μάλλον ως μετασχηματισμός της. Ο Ιμάμογλου δεν εμφανίζεται πλέον ως δήμαρχος που φιλοδοξεί να ανέβει στην κορυφή. Εμφανίζεται ως κρατούμενος που, μέσα από την κράτησή του, επιβεβαιώνει το αφήγημα της αντιπολίτευσης περί δημοκρατικής οπισθοχώρησης. Η πολιτική του παρουσία δεν παράγεται πια από εμφανίσεις, ομιλίες και περιοδείες, αλλά από την απουσία του. Και αυτή η απουσία, για τους αντιπάλους του Ερντογάν, είναι ίσως ακόμη ισχυρότερη από μια κανονική προεκλογική καμπάνια.
Το CHP έχει επενδύσει ακριβώς σε αυτή τη μετατροπή. Ο Οζγκιούρ Οζέλ και η ηγεσία του κόμματος επιμένουν ότι ο Ιμάμογλου παραμένει ο πολιτικός που μπορεί να ενώσει και να νικήσει. Η επιμονή αυτή έχει διπλή σημασία. Από τη μία, δεν επιτρέπει στο κυβερνητικό στρατόπεδο να επιβάλει σιωπηρά την εξαφάνιση του βασικού του αντιπάλου. Από την άλλη, κρατά συσπειρωμένο ένα ετερόκλητο αντιπολιτευτικό ακροατήριο γύρω από ένα πρόσωπο-σύμβολο, ακόμη κι αν το ίδιο το πρόσωπο δεν μπορεί να είναι φυσικά παρόν.
Κανείς, βέβαια, δεν μπορεί να γνωρίζει αν αυτή η στρατηγική θα αποδώσει μέχρι τέλους. Η τουρκική πολιτική έχει αποδείξει πολλές φορές ότι μπορεί να παράγει ραγδαίες μετατοπίσεις. Οι εκλογές μπορεί να γίνουν το 2027 ή το 2028, όπως εκτιμούν διεθνή δημοσιεύματα, και μέχρι τότε μεσολαβεί ένας τεράστιος πολιτικός χρόνος. Σε αυτό το διάστημα, μπορεί να αλλάξουν οι συσχετισμοί, τα πρόσωπα, τα οικονομικά δεδομένα, ακόμη και οι εσωτερικές ισορροπίες της αντιπολίτευσης. Αλλά ένα στοιχείο μοιάζει ήδη παγιωμένο: η υπόθεση Ιμάμογλου δεν θα ξεχαστεί εύκολα, γιατί έχει εγγραφεί όχι μόνο ως προσωπική περιπέτεια, αλλά ως πολιτικό σημείο καμπής για τη μετα-Ερντογανική συζήτηση, ακόμη κι αν ο Ερντογάν παραμένει στην εξουσία.
Υπάρχει και κάτι βαθύτερο. Ο Ιμάμογλου σήμερα λειτουργεί ως δοκιμασία για το ερώτημα τι σημαίνει θεσμική νομιμοποίηση στην Τουρκία. Αν ένας πολιτικός που κέρδισε την Κωνσταντινούπολη, που νίκησε επανειλημμένα στην πιο κρίσιμη εκλογική αρένα της χώρας και που θεωρείται ο κυριότερος εκλογικός αντίπαλος του προέδρου μπορεί να μείνει επί έναν χρόνο στη φυλακή χωρίς τελεσίδικη κρίση, τότε το ζήτημα παύει να είναι μόνο προσωπικό. Γίνεται ερώτημα για τη λειτουργία των θεσμών, για την αντοχή της τοπικής αυτοδιοίκησης, για τα όρια της δικαστικής εξουσίας και, τελικά, για τον ίδιο τον χαρακτήρα του πολιτεύματος.
Γι’ αυτό και ο ένας χρόνος από τη φυλάκισή του έχει τη δύναμη ενός πολιτικού συμβόλου. Δεν είναι απλώς μια ημερομηνία στη βιογραφία ενός δημάρχου. Είναι μια ημερομηνία στη βιογραφία της ίδιας της τουρκικής δημοκρατίας. Για τους υποστηρικτές του, ο Ιμάμογλου προσωποποιεί την ιδέα ότι η κάλπη μπορεί ακόμη να αλλάξει την Ιστορία. Για τους αντιπάλους του, παραμένει ένας επικίνδυνος διεκδικητής που έπρεπε να αναχαιτιστεί. Για τους ουδέτερους παρατηρητές, είναι πια ένα από τα πιο χαρακτηριστικά τεστ του κατά πόσο η Τουρκία μπορεί να συνδυάσει την εκλογική νομιμοποίηση με το κράτος δικαίου.
Έναν χρόνο μετά, ο Εκρέμ Ιμάμογλου παραμένει πίσω από τα κάγκελα. Όμως στο τουρκικό πολιτικό φαντασιακό δεν έχει αποσυρθεί. Αντίθετα, έχει εγκατασταθεί σε μια πιο σύνθετη θέση: ταυτόχρονα δήμαρχος σε αναστολή, κατηγορούμενος, μάρτυρας της αντιπολίτευσης και πιθανός αντίπαλος του καθεστώτος στο επόμενο μεγάλο ραντεβού της Τουρκίας με την κάλπη. Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη ειρωνεία της υπόθεσης: η φυλακή που σχεδιάστηκε για να τον περιορίσει, να τον έχει ήδη μετατρέψει σε κάτι πολύ μεγαλύτερο από έναν απλό δήμαρχο.