Η πρώτη ημέρα της δίκης του Εκρέμ Ιμάμογλου για την υπόθεση της φερόμενης «εγκληματικής οργάνωσης με σκοπό το όφελος» σημαδεύτηκε από ένταση, αντεγκλήσεις στην αίθουσα και σύγκρουση ανάμεσα στην υπεράσπιση και την έδρα για τη διαδικασία και το δικαίωμα λόγου του ίδιου του Ιμάμογλου.

Η δίκη, με 407 κατηγορούμενους συνολικά, εκ των οποίων 107 προφυλακισμένοι και 5 με την ιδιότητα «μηνυτής‑κατηγορούμενος», ξεκίνησε ενώπιον του 40ού Κακουργιοδικείου Κωνσταντινούπολης, εντός του συγκροτήματος φυλακών Μαρμαρά στη Σηλυβρία. Στο ακροατήριο έδωσαν το παρών, πέρα από τον Ιμάμογλου, οι επίσης προφυλακισμένοι δήμαρχοι του Σισλί, Ρεσούλ Εμράχ Σαχάν και του Μπεϊλίκντουζου, Μεχμέτ Μουράτ Τσαλίκ, καθώς και ο πρόεδρος του CHP Οζγκιούρ Οζέλ, ο πρόεδρος του δικηγορικού συλλόγου και πολλά στελέχη της αντιπολίτευσης.

Ένταση για το δικαίωμα λόγου

Πριν καν ξεκινήσουν οι απολογίες, η υπεράσπιση ζήτησε να απευθύνει σύντομο «χαιρετισμό» ο Ιμάμογλου προς τους συγκατηγορούμενούς του, αίτημα που ο πρόεδρος του δικαστηρίου αρνήθηκε. Ο Ιμάμογλου σηκώθηκε στο εδώλιο, επέμεινε ότι «θέλει να πάρει τον λόγο», με αποτέλεσμα να του κλείσουν το μικρόφωνο και ο πρόεδρος να τον προειδοποιήσει ότι αν συνεχίσει, θα διαταχθεί η απομάκρυνσή του από την αίθουσα.

Όταν στη συνέχεια η έδρα ανακοίνωσε ότι στη σειρά θα μιλήσουν πρώτα οι προφυλακισμένοι κατηγορούμενοι και ότι ο Ιμάμογλου θα απολογηθεί τελευταίος, οι αντιδράσεις στο ακροατήριο κλιμακώθηκαν. Οι οδηγίες του προέδρου για αυστηρή τήρηση της τάξης, αλλά και η προειδοποίηση ότι σε περίπτωση παράνομης καταγραφής ήχου/εικόνας οι επόμενες συνεδριάσεις θα γίνουν κεκλεισμένων των θυρών, προκάλεσαν νέες φωνές από δικηγόρους και παρισταμένους.

Σύγκρουση με τον εισαγγελέα και την έδρα

Στο αποκορύφωμα της έντασης, όταν ο πρόεδρος ζήτησε από τη χωροφυλακή να βγουν από την αίθουσα οι προφυλακισμένοι, ο Ιμάμογλου ανέβηκε στο βήμα και κατήγγειλε ότι «φοβούνται να δώσουν τον λόγο» και ότι «γράφεται ιστορία ντροπής για την τουρκική Δικαιοσύνη». Απευθυνόμενος προς την έδρα είπε: «Κύριε δικαστά, αν θα κάνετε τη δουλειά σας, θα μου δώσετε 10 λεπτά και θα ηρεμήσετε», φράση που πυροδότησε ακόμη μεγαλύτερη αμηχανία στο δικαστήριο.

Καθώς το δικαστικό συμβούλιο αποχωρούσε και ο Ιμάμογλου τούς φώναζε «δεν μπορείτε να ξεφύγετε, θα λογοδοτήσετε», ο εισαγγελέας αντέδρασε φωνάζοντας προς τον κατηγορούμενο «κατέβασε αυτό το χέρι», όταν εκείνος κουνούσε επιδεικτικά το δάχτυλο προς την έδρα. Μετά την έξοδο των δικαστών, ο Ιμάμογλου απευθύνθηκε στους συγκατηγορούμενους λέγοντας ότι «αν είχαν λίγη παλικαριά, θα άφηναν ελεύθερους όλους και θα δίκαζαν μόνο εμένα» και χαρακτήρισε «δειλία» την άρνηση αποφυλάκισης των υπολοίπων.

Αίτημα εξαίρεσης και απόφαση του δικαστηρίου

Μετά από πολύωρη διακοπή, οι δικηγόροι του Ιμάμογλου επανήλθαν με αίτημα εξαίρεσης του προέδρου του δικαστηρίου, υποστηρίζοντας ότι δεν εγγυάται τη «σαφήνεια» και τη δίκαιη διαδικασία, επικρίνοντας ακόμη και λεπτομέρειες όπως το ότι η σειρά απολογιών είχε απλώς αναρτηθεί στην πόρτα της αίθουσας. Δήλωσαν ευθέως ότι «δεν εμπιστεύονται» τον πρόεδρο και το συμβούλιο, κατηγορώντας τους για παραβίαση θεμελιωδών αρχών της δίκαιης δίκης.

Το δικαστήριο, αφού άκουσε διαδοχικά τους συνηγόρους, απέρριψε τελικά το αίτημα εξαίρεσης κρίνοντάς το ως κίνηση που αποσκοπεί στην καθυστέρηση της διαδικασίας. Ο πρόεδρος ανακοίνωσε ότι η δίκη θα συνεχιστεί την επόμενη ημέρα, ενώ όταν ο Ιμάμογλου είπε ότι «δεν άκουσε» την απόφαση, έλαβε την αιχμηρή απάντηση: «Όλοι ακούνε, μόνο εσείς δεν ακούτε, κύριε Εκρέμ».

Σύμφωνα με το πολυσέλιδο κατηγορητήριο της Εισαγγελίας Κωνσταντινούπολης, η υπόθεση αφορά φερόμενη εγκληματική οργάνωση που δρα από το 2014, με καταγγελλόμενη ζημία για το Δημόσιο που υπολογίζεται περίπου σε 160 δισ. λίρες Τουρκίας και 24 εκατ. δολάρια, καθώς και 95 ακίνητα σε όλη τη χώρα. Ο Ιμάμογλου εμφανίζεται στο οργανόγραμμα της οργάνωσης ως «αρχηγός», με ακόμη έξι άτομα ως «διευθυντές», ενώ του αποδίδεται σειρά βαρύτατων αδικημάτων – από σύσταση εγκληματικής οργάνωσης και δωροδοκία μέχρι νομιμοποίηση εσόδων και παραβίαση περιβαλλοντικής και φορολογικής νομοθεσίας – για τα οποία η εισαγγελία ζητεί ποινή από 849 έως και 2.430,5 έτη κάθειρξη.

Στο κατηγορητήριο περιλαμβάνονται επίσης οι προφυλακισμένοι δήμαρχοι Σισλί και Μπεϊλίκντουζου με κατηγορίες για επαναλαμβανόμενη δωροληψία, εκβίαση, παραβίασεις προστασίας προσωπικών δεδομένων και συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση, με συνολικές ζητούμενες ποινές έως και άνω των 90 ετών. Η πρώτη ημέρα της δίκης κατέδειξε ότι, πέρα από το δικαστικό σκέλος, η υπόθεση έχει ήδη λάβει σαφείς πολιτικές διαστάσεις, με την κάθε κίνηση στην αίθουσα να αποκτά βαρύ συμβολισμό για την αντιπαράθεση εξουσίας στην Τουρκία.