Η Κίνα παρακολουθεί τον πόλεμο στο Ιράν σαν μια επικίνδυνη αλλά και σπάνια γεωπολιτική ευκαιρία: βραχυπρόθεσμα πληρώνει ακριβά το σοκ στην ενέργεια, μακροπρόθεσμα μπορεί να βγει η μεγάλη κερδισμένη σε μια Ασία όπου η αμερικανική αξιοπιστία δοκιμάζεται και οι σύμμαχοι ψάχνουν εναλλακτικά κέντρα ισχύος.
Η σύγκρουση στο Ιράν, που μετρά ήδη σχεδόν δύο εβδομάδες, πιέζει τις αντοχές της Ουάσιγκτον, η οποία έχει ρίξει στη Μέση Ανατολή τη μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη μετά το 2003, με κόστος που ξεπερνά τα 11,3 δισ. δολάρια μόνο στις πρώτες έξι ημέρες. Καθώς οι ΗΠΑ αναδιατάσσουν αντιαεροπορικά συστήματα και πυραύλους προς τον Περσικό, σύμμαχοι στην Ασία, από την Ιαπωνία έως τη Νότια Κορέα και την Ταϊβάν, βλέπουν κρίσιμες παραδόσεις οπλικών συστημάτων να καθυστερούν και τα αποθέματα πυρομαχικών να αδειάζουν. Το μήνυμα που διαβάζουν πολλές ασιατικές πρωτεύουσες είναι ότι, σε μια κρίση με την Κίνα, η Ουάσιγκτον ίσως να μην μπορεί να τους στηρίξει όσο υπόσχεται.
Την ίδια ώρα, η εκτίναξη των τιμών του πετρελαίου, περίπου 40% άνοδος, καθώς το Ιράν χτυπά δεξαμενόπλοια στη Στενά του Ορμούζ, υπονομεύει τα θεμέλια της μεταπανδημικής ανάκαμψης στην Ασία, την πιο βιομηχανική και ενεργοβόρα περιοχή του πλανήτη. Στη Σαγκάη και σε άλλα ασιατικά χρηματιστήρια, οι μαζικές ρευστοποιήσεις αντανακλούν τον φόβο ότι ένας παρατεταμένος πόλεμος θα πλήξει τις εξαγωγές και θα εκτινάξει το κόστος μεταφορών και παραγωγής. Για μικρότερες οικονομίες και στενούς συμμάχους των ΗΠΑ, όπως οι Φιλιππίνες όπου ήδη εφαρμόζεται δελτίο στα καύσιμα, η κρίση αυτή μοιάζει με «τέλεια καταιγίδα» που ανοίγει χώρο στην Κίνα να παρουσιαστεί ως ο μόνος σταθερός εταίρος.
Η Κίνα ως ενεργειακός όμηρος και κρυφός κερδισμένος
Για το Πεκίνο, το Ιράν υπήρξε τα τελευταία χρόνια μία από τις πιο φθηνές και ευέλικτες πηγές πετρελαίου, με διμερείς συμφωνίες δισεκατομμυρίων που παρακάμπτουν τις δυτικές κυρώσεις. Μια γενικευμένη ανάφλεξη γύρω από τα Στενά του Ορμούζ απειλεί ευθέως τον ενεργειακό του εφοδιασμό, με την κινεζική ηγεσία να φοβάται τα «σενάρια τρόμου» στα οποία η Τεχεράνη υλοποιεί τις απειλές της να «τυλίξει στις φλόγες» πλοία που διέρχονται από τη δίοδο-κλειδί για τον παγκόσμιο εφοδιασμό σε πετρέλαιο. Ήδη, ένας Κινέζος πολίτης έχει σκοτωθεί στην Τεχεράνη, ενώ το Πεκίνο οργανώνει μαζική απομάκρυνση χιλιάδων υπηκόων του από τη χώρα, γεγονός που αναδεικνύει πόσο βαθιά είναι η κινεζική παρουσία στο ιρανικό έδαφος.
Παρά τα ρίσκα, η κρίση προσφέρει στην Κίνα ένα σπάνιο στρατηγικό «παράθυρο»: όσο περισσότερο βυθίζονται οι ΗΠΑ σε έναν ακόμη αντιδημοφιλή πόλεμο στη Μέση Ανατολή, τόσο λιγότεροι πόροι και πολιτική προσοχή περισσεύουν για την περίφημη «στροφή προς την Ασία» με στόχο την ανάσχεση του κινεζικού αναθεωρητισμού. Αναλυτές προειδοποιούν ότι μια μακρά εμπλοκή στο Ιράν θα καθυστερήσει τη δημιουργία νέων βάσεων και την ενίσχυση της αμερικανικής αποτροπής στον Ινδο-Ειρηνικό, αφήνοντας χώρο στο Πεκίνο να παγιώσει ρόλο κυρίαρχης δύναμης από τη Νότια Σινική Θάλασσα έως τον Ινδικό Ωκεανό. Η ίδια η Κίνα αξιοποιεί τον πόλεμο ως «εργαστήριο» για να μελετήσει αμερικανικά και ισραηλινά όπλα και δόγματα – από τον τρόπο χρήσης των drones μέχρι τις αεροναυτικές επιχειρήσεις – προσαρμόζοντας ανάλογα τη δική της στρατηγική και τις επενδύσεις σε σμήνη UAV και προηγμένα πυραυλικά συστήματα.
Πώς η Κίνα «πουλάει» σταθερότητα στην Ασία
Σε επίπεδο ρητορικής, ο Βάνγκ Γι και η κινεζική διπλωματία εμφανίζονται ως η φωνή της «λογικής» και της πολυμερούς συνεργασίας, καταγγέλλοντας την Ουάσιγκτον και το Τελ Αβίβ για μια «απόπειρα αλλαγής καθεστώτος» στην Τεχεράνη. Το Πεκίνο χρησιμοποιεί διεθνή φόρα, όπως η Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου, για να παρουσιάσει την Κίνα ως δύναμη σταθερότητας και υπερασπιστή του διεθνούς δικαίου την ώρα που η κυβέρνηση Τραμπ εμπλέκεται σε έναν ακόμη πόλεμο στη Μέση Ανατολή. Παράλληλα, στέλνει διπλά μηνύματα στους συμμάχους των ΗΠΑ στον Κόλπο: από τη μία πλευρά υπόσχεται σεβασμό στην κυριαρχία τους, από την άλλη αφήνει να εννοηθεί ότι τα ιρανικά πλήγματα σε ΗΑΕ και Σαουδική Αραβία είναι προειδοποίηση για τις συνέπειες της στενής πρόσδεσης στο αμερικανικό άρμα, σύμφωνα με τους New York Times.
Στην Ανατολική Ασία, ο κινεζικός δημόσιος λόγος εστιάζει στο να αποτρέψει την Ιαπωνία και τις Φιλιππίνες από το να εξελιχθούν στην «Ισραήλ της Ανατολικής και της Νοτιοανατολικής Ασίας», δηλαδή σε προκεχωρημένα φυλάκια των ΗΠΑ στις αυλές της Κίνας. Κινέζοι ακαδημαϊκοί προειδοποιούν ότι η Ουάσιγκτον θα επιχειρήσει να χρησιμοποιήσει αυτές τις χώρες όπως χρησιμοποιεί σήμερα το Ισραήλ και ότι η μόνη βιώσιμη στρατηγική είναι η αποφυγή στρατιωτικής σύγκρουσης με το Πεκίνο μέσω οικονομικής αλληλεξάρτησης και περιφερειακής αρχιτεκτονικής ασφάλειας με επίκεντρο την Κίνα. Την ίδια στιγμή, όμως, η εσωτερική συζήτηση στην Ασία πάει προς την αντίθετη κατεύθυνση: η Σεούλ μιλά ανοιχτά για ανάγκη «αυτάρκειας στην άμυνα» και επενδύει σε πυρηνοκίνητα υποβρύχια, ενώ η Ιαπωνία αναπτύσσει δικά της βλήματα μεγάλου βεληνεκούς, πυροδοτώντας έναν νέο εξοπλιστικό πυρετό στον οποίο η Κίνα είναι ο βασικός αντίπαλος.
.