Νέα έγγραφα δόθηκαν τελικά στη δημοσιότητα από το υπουργείο Δικαιοσύνης σχετικά με το σκάνδαλο Έπστιν και στα οποία έγγραφα περιλαμβάνονται σημειώσεις και καταγραφές από συνεντεύξεις του FBI με μια γυναίκα, η οποία ισχυρίζεται ότι υπήρξε θύμα σεξουαλικής κακοποίησης τόσο από τον Επστάιν όσο και από τον νυν πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ.

Το υπουργείο Δικαιοσύνης ανέφερε ότι τα συγκεκριμένα αρχεία είχαν αρχικά καταχωρηθεί λανθασμένα ως «αντίγραφα», γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα να μην εμφανίζονται στο σύστημα δημοσιοποίησης. Μετά τη διόρθωση του λάθους, τα έγγραφα δόθηκαν στη δημοσιότητα.

Σύμφωνα με τα έγγραφα, η γυναίκα –που κατάγεται από τη Νότια Καρολίνα – κατέθεσε στις αρχές μετά τη σύλληψη του Έπστιν το 2019. Υποστήριξε ότι ο χρηματιστής την κακοποίησε όταν εκείνη ήταν μόλις 13 ετών, σε περιστατικό που φέρεται να σημειώθηκε γύρω στο 1984 σε συγκεκριμένο ξενοδοχείο.

Το FBI πραγματοποίησε τέσσερις συνεντεύξεις μαζί της το 2019, στις 24 Ιουλίου, 7 Αυγούστου, 20 Αυγούστου και 16 Οκτωβρίου. Οι καταθέσεις αυτές εντάχθηκαν αργότερα στο υλικό αποδεικτικών στοιχείων στη δίκη της Γκισλέιν Μάξγουελ, στενής συνεργάτιδας του Έπστιν που καταδικάστηκε για τον ρόλο της στο κύκλωμα εκμετάλλευσης ανηλίκων.

Στη δεύτερη κατάθεσή της, η γυναίκα υποστήριξε ότι ο Έπστιν την μετέφερε όταν ήταν μεταξύ 13 και 15 ετών σε ένα ψηλό κτίριο, πιθανόν στη Νέα Υόρκη ή στο Νιου Τζέρσει, όπου –όπως είπε– της σύστησε τον Ντόναλντ Τραμπ.

Σύμφωνα με όσα κατέγραψαν οι πράκτορες του FBI, η γυναίκα ισχυρίστηκε ότι ο Τραμπ ζήτησε από τους υπόλοιπους να φύγουν από το δωμάτιο και ακολούθησε περιστατικό σεξουαλικής επίθεσης. «Άσε με να σου μάθω πώς πρέπει να είναι τα μικρά κορίτσια», ήταν σύμφωνα με την κατάθεσή της τα λόγια του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος στη συνέχεια άνοιξε το φερμουάρ του παντελονιού του και έβαλε το κεφάλι της «κάτω στο πέος του». Περιέγραψε ότι αντέδρασε, με αποτέλεσμα –όπως υποστήριξε– να δεχθεί χτύπημα και να απομακρυνθεί από τον χώρο. Κατά τη διάρκεια της ίδιας συνέντευξης, η γυναίκα ανέφερε επίσης ότι άκουσε συζητήσεις μεταξύ του Τραμπ και του Έπστιν σχετικά με εκβιασμούς και πιθανές παράνομες οικονομικές δραστηριότητες.

Στην τρίτη συνέντευξή της με τους πράκτορες του FBI, περίπου τρεις εβδομάδες αργότερα, η γυναίκα φέρεται να δήλωσε ότι δεχόταν απειλητικά τηλεφωνήματα και ότι είχε βιώσει επικίνδυνα περιστατικά στον δρόμο, τα οποία πίστευε ότι σχετίζονταν με τον Έπστιν ή τον Τραμπ.

Κατά την τέταρτη συνάντηση με τους ερευνητές, περίπου δύο μήνες αργότερα, εμφανίστηκε χωρίς δικηγόρο και εξέφρασε αμφιβολίες για το αν είχε νόημα να συνεχίσει την υπόθεση, καθώς θεωρούσε πιθανό να είχε λήξει η προθεσμία παραγραφής.

Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει αρνηθεί κατηγορηματικά οποιαδήποτε παράνομη ενέργεια, υποστηρίζοντας ότι τα αρχεία Έπστιν δεν τον εμπλέκουν σε αξιόποινες πράξεις.

Εκπρόσωπος Τύπου του Λευκού Οίκου, η  Κάρολαϊν Λέβιτ, χαρακτήρισε τις κατηγορίες «απολύτως αβάσιμες», τονίζοντας ότι δεν στηρίζονται σε αξιόπιστα στοιχεία. Παράλληλα αμφισβήτησε την αξιοπιστία της γυναίκας, υποστηρίζοντας ότι διαθέτει εκτεταμένο ποινικό μητρώο.

Παραμένει ωστόσο ασαφές ποια ήταν τελικά η εξέλιξη της έρευνας του FBI σχετικά με τους ισχυρισμούς της γυναίκας. Σε εσωτερική ηλεκτρονική αλληλογραφία πρακτόρων που περιλαμβάνεται στα αρχεία, αναφέρεται ότι «αναγνωρισμένο θύμα κατήγγειλε κακοποίηση από τον Τραμπ αλλά τελικά αρνήθηκε να συνεργαστεί», χωρίς να διευκρινίζεται εάν πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο.