Το Ιράν, μετά από δεκαετίες και δισεκατομμύρια δολάρια επενδύσεων, ανέμενε από τους σιίτες αντιπροσώπους του στο Ιράκ να σπεύσουν σε βοήθειά του εν μέσω της αμερικανοϊσραηλινής επίθεσης εναντίον της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Ωστόσο, παρά το κλίμα «υπαρξιακής απειλής» για την Τεχεράνη, δεν έχει σημειωθεί μαζική κινητοποίηση, με πολλούς από τους μαχητές και τις παραστρατιωτικές οργανώσεις να παραμένουν στο περιθώριο, περιμένοντας εντολές που δεν έρχονται.

Οι ομάδες αντιπροσώπων παραδέχονται ότι ακόμη και αν δοθούν εντολές, αυτές πιθανότατα θα αφορούν μόνο δύο ή τρεις από τις δεκάδες ιρακινές πολιτοφυλακές που καλλιέργησε η Τεχεράνη. «Δεν νομίζω ότι οι περισσότεροι είναι πια αξιόπιστοι», λέει χαρακτηριστικά ένας εκ των φιλοϊρανών μαχητών, εξηγώντας πως αρκετοί θα δράσουν μέσω «βιτρινών» για να διατηρήσουν την ευχέρεια άρνησης, ενώ πολλοί κοιτούν πρωτίστως τα δικά τους συμφέροντα. Σποραδικές επιθέσεις με drones σε αμερικανικές βάσεις, όπως στο Ερμπίλ, έχουν περισσότερο επικοινωνιακό και λιγότερο στρατιωτικό αντίκτυπο, με ελάχιστες ή μηδενικές ουσιαστικές ζημιές.

Ιράν – Ιράκ: Ρωγμές στον «Άξονα Αντίστασης»

Οι ίδιοι οι ιρακινοί αντιπρόσωποι του Ιράν αποδίδουν την μειωμένη τους ισχύ σε μια σειρά από εξελίξεις που έπληξαν τον περιφερειακό μηχανισμό της Τεχεράνης. Η δολοφονία «σκληροπυρηνικών» διοικητών όπως ο Κασέμ Σουλεϊμανί το 2020, αλλά και άλλων καίριων στελεχών του δικτύου, θεωρείται ότι άφησε κενά που δεν καλύφθηκαν ποτέ, καθώς τα πρόσωπα αυτά ήταν δυσαναπλήρωτα. Η απώλεια της Συρίας ως ασφαλούς διαδρόμου ανεφοδιασμού μετά την ανατροπή του Άσαντ, αλλά και οι αλλεπάλληλες στοχευμένες επιθέσεις κατά βάσεων και αποθηκών στη Συρία και τον Λίβανο, διέλυσαν γραμμές ανεφοδιασμού και εκπαίδευσης για τις ιρακινές πολιτοφυλακές.

Παράλληλα, η Τεχεράνη είχε επενδύσει στη μετατροπή των ένοπλων ομάδων σε πολιτοφυλακές με θεσμικό ρόλο, όπως οι Δυνάμεις Λαϊκής Κινητοποίησης (PMF), που ενσωματώθηκαν στο ιρακινό κράτος μετά τη μάχη κατά του ISIS. Πολλοί πρώην διοικητές έγιναν βουλευτές ή ισχυροί οικονομικοί παράγοντες, με πρόσβαση σε κρατικά συμβόλαια και επιχειρηματικά δίκτυα. Αυτό δημιούργησε μια νέα τάξη σιιτικής ελίτ που έχει πλέον πολύ περισσότερα να χάσει, από τραπεζικούς λογαριασμούς μέχρι περιουσιακά στοιχεία στο εξωτερικό, σε περίπτωση μετωπικής σύγκρουσης με τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους.

Ιράκ: Εξουσία, χρήμα και εύθραυστη ουδετερότητα

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση ηγετών όπως ο Qais al-Khazali ή ο Shibl al-Zaidi, οι οποίοι από στρατιωτικοί διοικητές έχουν εξελιχθεί σε πολιτικούς παίκτες και επιχειρηματίες. Αντί για κάλεσμα σε όπλα εναντίον των αμερικανικών δυνάμεων, προτιμούν προσεκτικές, χαμηλών τόνων δηλώσεις, ενώ ταυτόχρονα διατηρούν δίαυλους με δυτικούς διπλωμάτες και οικονομικά συμφέροντα που θα μπορούσαν να τεθούν στο στόχαστρο κυρώσεων. Σύμφωνα με δυτικές και ιρακινές πηγές, ορισμένοι από αυτούς έχουν εξασφαλίσει εκπαίδευση ή διαβίωση των παιδιών τους στο εξωτερικό, στοιχείο που λειτουργεί αποτρεπτικά για κλιμάκωση.

Η κυβέρνηση του Ιράκ, υπό τον Μοχάμεντ Σία αλ Σουντάνι, προσπαθεί να κρατήσει μια εύθραυστη ισορροπία ανάμεσα στις πιέσεις της Τεχεράνης και την παρουσία των αμερικανικών δυνάμεων στο έδαφος της χώρας. Δεχόμενη επιθέσεις τόσο από φιλοϊρανικές πολιτοφυλακές όσο και από στόχους της Δύσης κατά ιρανικών συμφερόντων, η Βαγδάτη πιέζει για ουδετερότητα και αποφυγή μετατροπής της χώρας σε πεδίο αναμέτρησης ΗΠΑ–Ιράν. Think tank προειδοποιούν ότι εάν το Ιράκ γίνει εκ νέου «πλατφόρμα» για πόλεμο με το Ιράν, ο κίνδυνος εσωτερικής αποσταθεροποίησης και νέου εμφυλίου είναι ορατός.

Παρά την περιορισμένη δράση σήμερα, εμπειρογνώμονες της περιοχής δεν αποκλείουν μια απότομη μεταστροφή. Αν υπάρξει ένα πιο συντριπτικό χτύπημα των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά της Ισλαμικής Δημοκρατίας, αν απειληθούν σιιτικοί ιεροί τόποι ή αν ξεσπάσει βία κατά σιιτικών κοινοτήτων, τότε οι ιρακινοί αντιπρόσωποι του Ιράν μπορεί να πιεστούν, ή να επιλέξουν, να εμπλακούν βαθύτερα. Σε ένα τέτοιο σενάριο, το Ιράκ θα μπορούσε να μετατραπεί ξανά στον πιο επικίνδυνο κρίκο της αλυσίδας που συνδέει το Ιράν με τον «Άξονα Αντίστασης», από τον Λίβανο και τη Γάζα μέχρι την Υεμένη.