Τέσσερα χρόνια μετά την εισβολή στην Ουκρανία, ο πόλεμος του Βλαντίμιρ Πούτιν δείχνει στρατιωτικά μη κερδίσιμο, αλλά ο Ρώσος πρόεδρος επιμένει σε έναν μακρόσυρτο πόλεμο φθοράς, ελπίζοντας ότι αργά ή γρήγορα «κάτι θα γυρίσει υπέρ του».
Πριν από την εισβολή, η Ρωσία κατείχε περίπου το 7% της ουκρανικής επικράτειας· έναν μήνα μετά την έναρξη του πολέμου είχε φτάσει γύρω στο 27%, όμως από τότε έχει εγκλωβιστεί στο 18-19%, παρά το τεράστιο κόστος σε ανθρώπινες ζωές και υλικό. Τον τελευταίο χρόνο οι ρωσικές δυνάμεις κέρδισαν περίπου 4.700 τετραγωνικά χιλιόμετρα, αλλά δεν κατάφεραν να διασπάσουν τη «ζώνη-φρούριο» των Ουκρανών στο δυτικό Ντονέτσκ, ενώ στη Ζαπορίζια αναγκάστηκαν σε υποχώρηση. Ακόμη και όταν πέτυχαν τοπικές προωθήσεις, όπως στο μέτωπο Ποκρόφσκ – Κοστιαντίνιβκα, οι ελλείψεις σε άνδρες και μέσα και ο κορεσμός από τα ουκρανικά drones δεν τους επέτρεψαν να μετατρέψουν τα κενά σε στρατηγικά κέρδη.
Πούτιν, πόλεμος και το «Δόγμα Μίκάουμπερ»
Γιατί, λοιπόν, ο Πούτιν συνεχίζει έναν πόλεμο που δεν μπορεί να κερδίσει στο πεδίο; Η απάντηση, σύμφωνα με την ανάλυση, βρίσκεται σε ένα πολιτικό και οικονομικό αδιέξοδο: ο Ρώσος ηγέτης χρειάζεται μια «μεγάλη νίκη» για να δικαιολογήσει το κόστος στην κοινωνία, ενώ η αποσυναρμολόγηση της πολεμικής οικονομίας εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους για την εξουσία του. Πίσω από τη ρητορική, η γραμμή του Κρεμλίνου μοιάζει με την «αρχή Μίκάουμπερ» του Ντίκενς – η ιδέα ότι, αν αντέξεις αρκετά, κάτι απρόβλεπτο θα συμβεί και θα σε σώσει.
Στρατιωτικά, η Ρωσία φαίνεται ικανή να συντηρήσει την παρούσα ένταση επιχειρήσεων, καλύπτοντας τις τρέχουσες απώλειες, αλλά χωρίς δυνατότητα μεγάλης κλιμάκωσης σε ανθρώπινο δυναμικό και εξοπλισμό. Αυτό σημαίνει ότι ο Πούτιν δεν μπορεί να «τελειώσει» τον πόλεμο, όμως μπορεί να τον παρατείνει, μετατρέποντάς τον σε πόλεμο αντοχής – ένα παιχνίδι χρόνου, φθοράς και πολιτικών ισορροπιών τόσο στο Κίεβο όσο και στη Δύση.
Πούτιν, πόλεμος και η ουκρανική κόπωση
Εκεί όπου ο Πούτιν ελπίζει να κερδίσει είναι στο «μαθηματικό» πρόβλημα της Ουκρανίας: όχι μόνο στους πυραύλους, αλλά κυρίως στους ανθρώπους. Η Ουκρανία αντιμετωπίζει οξεία κρίση στρατολόγησης, με περίπου δύο εκατομμύρια πολίτες να καταζητούνται για παραβάσεις στρατιωτικής θητείας και 310.000 εκκρεμείς υποθέσεις λιποταξίας ή αυθαίρετης απουσίας, με τη μεγάλη τους μάζα το 2025. Η κοινωνική κόπωση, η διαφθορά, τα κενά στην εκπαίδευση και η δημογραφική και οικονομική πίεση τροφοδοτούν μια αυξανόμενη απροθυμία να φορεθεί η στολή, παρά τον υπαρξιακό χαρακτήρα του πολέμου για το ουκρανικό κράτος.
Στο μέτωπο, η έλλειψη επαρκούς ανθρώπινου δυναμικού επιτρέπει στις ρωσικές δυνάμεις να εφαρμόζουν τακτικές «ολικής διείσδυσης» με μικρές ομάδες πεζικού που γλιστρούν πίσω από τις ουκρανικές γραμμές. Ταυτόχρονα, η αίσθηση ότι η Δύση είναι διατεθειμένη να πολεμήσει «μέχρι τον τελευταίο Ουκρανό» κερδίζει έδαφος στην κοινή γνώμη, τροφοδοτώντας πικρία απέναντι στις ΗΠΑ και την ΕΕ, ιδίως μετά το πάγωμα απευθείας αμερικανικών αποστολών οπλισμού και τις συνεχείς παρεμβάσεις χωρών όπως η Ουγγαρία σε ευρωπαϊκά πακέτα στήριξης.
Μέσα σε αυτό το τοπίο, ο Πέτρο Ποροσένκο προειδοποιεί ότι οι απαιτήσεις του Πούτιν για εδαφικές παραχωρήσεις δεν είναι απλώς διαπραγματευτικές θέσεις, αλλά εργαλείο για αποσταθεροποίηση της Ουκρανίας από μέσα, μέσω ενός εκρηκτικού εθνικού διαλόγου για πιθανή «παράδοση γης». Τυχόν συμφωνία που θα περάσει από δημοψήφισμα θα μπορούσε, όπως φοβούνται Ουκρανοί βουλευτές, να θεωρηθεί «μαχαιριά στην πλάτη» από τις τάξεις των βετεράνων, πυροδοτώντας πολιτική θύελλα που το Κρεμλίνο ίσως θεωρεί ότι δεν χρειάζεται καν να κερδίσει στο πεδίο για να εκμεταλλευτεί, όπως γράφει το Politico.
Τελικά, ούτε ο Πούτιν ούτε η Ουκρανία φαίνεται να μπορούν να κερδίσουν αποφασιστικά στο μέτωπο· ο Ρώσος πρόεδρος περιμένει να «γυρίσει» η τύχη μέσω κόπωσης και ρωγμών στο Κίεβο και στη Δύση, ενώ η Ουκρανία απλώς προσπαθεί να επιβιώσει μέχρι η Ρωσία να κουραστεί, αναγκάζοντας τον Πούτιν να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.
