Έντονη απαισιοδοξία εκφράζουν κορυφαίοι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι των μυστικών υπηρεσιών σχετικά με τις πιθανότητες επίτευξης συμφωνίας εντός του 2026 για τον τερματισμό του πολέμου της Ρωσίας στην Ουκρανία, παρά τις διαβεβαιώσεις του Αμερικανού προέδρου, Ντόναλντ Τραμπ, ότι οι συνομιλίες υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Πολιτειών έχουν φέρει μια συμφωνία «λογικά κοντά».

Πέντε επικεφαλής ευρωπαϊκών υπηρεσιών πληροφοριών, που μίλησαν στο Reuters υπό καθεστώς ανωνυμίας τις τελευταίες ημέρες, εκτίμησαν ότι η Μόσχα δεν επιθυμεί να τερματίσει σύντομα τον πόλεμο. Οι τέσσερις εξ αυτών ανέφεραν ότι η Ρωσία χρησιμοποιεί τις συνομιλίες με τις ΗΠΑ, προκειμένου να επιδιώξει άρση κυρώσεων και επιχειρηματικές συμφωνίες.

Οι συνομιλίες, με τον πιο πρόσφατο γύρο να πραγματοποιείται αυτή την εβδομάδα στη Γενεύη, χαρακτηρίστηκαν από έναν Ευρωπαίο επικεφαλής υπηρεσίας πληροφοριών ως «θέατρο διαπραγματεύσεων». Οι δηλώσεις αυτές καταδεικνύουν ένα βαθύ χάσμα αντίληψης μεταξύ των ευρωπαϊκών πρωτευουσών και του Λευκού Οίκου, την ώρα που, σύμφωνα με την Ουκρανία, η αμερικανική πλευρά επιδιώκει την επίτευξη ειρηνευτικής συμφωνίας έως τον Ιούνιο, ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών για το Κογκρέσο τον Νοέμβριο. Ο Ντόναλντ Τραμπ δηλώνει ότι πιστεύει πως ο Ρώσος πρόεδρος, Βλαντίμιρ Πούτιν, θέλει να καταλήξει σε συμφωνία.

«Η Ρωσία δεν επιδιώκει μια ειρηνευτική συμφωνία. Επιδιώκει τους στρατηγικούς της στόχους και αυτοί δεν έχουν αλλάξει», δήλωσε ένας από τους επικεφαλής των ευρωπαϊκών υπηρεσιών πληροφοριών. Στους στόχους αυτούς περιλαμβάνονται η απομάκρυνση του Ουκρανού ηγέτη, Βολοντίμιρ Ζελένσκι, και η μετατροπή της Ουκρανίας σε ένα «ουδέτερο» κράτος-ανάχωμα απέναντι στη Δύση.

Σύμφωνα με δεύτερο αξιωματούχο πληροφοριών, το βασικό ζήτημα είναι ότι η Ρωσία ούτε θέλει ούτε χρειάζεται μια γρήγορη ειρήνη, ενώ η οικονομία της «δεν βρίσκεται στα πρόθυρα κατάρρευσης». Αν και οι επικεφαλής των υπηρεσιών δεν αποκάλυψαν πώς απέκτησαν τις πληροφορίες τους, ανέφεραν ότι χρησιμοποιούν ανθρώπινες πηγές, υποκλοπές επικοινωνιών και άλλα μέσα, υπογραμμίζοντας ότι όλοι θεωρούν τη Ρωσία βασικό στόχο συλλογής πληροφοριών. Το ρωσικό υπουργείο Εξωτερικών δεν απάντησε άμεσα σε γραπτό αίτημα για σχόλιο. Ο Βλαντίμιρ Πούτιν δηλώνει ότι είναι έτοιμος για ειρήνη, αλλά με τους δικούς του όρους, ενώ Ρώσοι αξιωματούχοι υποστηρίζουν ότι οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις έχουν επανειλημμένα σφάλλει στις εκτιμήσεις τους για τη Ρωσία.

Εντατική διπλωματία χωρίς αποτέλεσμα

Ουκρανοί και Ρώσοι διαπραγματευτές συναντήθηκαν αυτή την εβδομάδα για την τρίτη, μεσολαβούμενη από τις ΗΠΑ, συνάντησή τους εντός του 2026, χωρίς να σημειωθεί καμία πρόοδος στα βασικά αγκάθια, συμπεριλαμβανομένου του εδαφικού ζητήματος. Η Μόσχα απαιτεί από το Κίεβο να αποσύρει τις δυνάμεις του από το εναπομείναν 20% της ανατολικής περιφέρειας του Ντονέτσκ που δεν ελέγχεται από τη Ρωσία, κάτι που η Ουκρανία αρνείται κατηγορηματικά.

Ο δεύτερος αξιωματούχος πληροφοριών ανέφερε ότι η Ρωσία θα μπορούσε να ικανοποιηθεί εδαφικά, εάν αποκτούσε το σύνολο του Ντονέτσκ, ωστόσο αυτό δεν θα εξυπηρετούσε τον στόχο της ανατροπής της φιλοδυτικής κυβέρνησης του Ζελένσκι. Τρίτος επικεφαλής υπηρεσίας πληροφοριών έκανε λόγο για εσφαλμένη αντίληψη ότι η παραχώρηση του Ντονέτσκ από την Ουκρανία θα οδηγούσε γρήγορα σε ειρηνευτική συμφωνία. «Στην περίπτωση που οι Ρώσοι λάβουν αυτές τις παραχωρήσεις, νομίζω ότι αυτό ίσως να είναι η αρχή πραγματικών διαπραγματεύσεων», δήλωσε, προβλέποντας ότι στη συνέχεια η Ρωσία θα προχωρήσει σε νέες απαιτήσεις.

Ο ίδιος αξιωματούχος, χωρίς να προσκομίσει αποδείξεις, εξέφρασε ανησυχία για το «πολύ περιορισμένο» επίπεδο διαπραγματευτικής ικανότητας της Δύσης έναντι της Ρωσίας, συμπεριλαμβανομένης και της ευρωπαϊκής πλευράς, την οποία ο Ζελένσκι θεωρεί ότι θα έπρεπε να έχει ενεργό ρόλο στις συνομιλίες. Την αμερικανική πλευρά εκπροσωπούν ο Στιβ Γουίτκοφ, επιχειρηματίας στον τομέα των ακινήτων και στενός φίλος του Τραμπ, καθώς και ο Τζάρεντ Κούσνερ, γαμπρός του Αμερικανού προέδρου. Και οι δύο έχουν αναλάβει και άλλες διεθνείς αποστολές για λογαριασμό του Τραμπ, χωρίς ωστόσο να είναι εκπαιδευμένοι διπλωμάτες ή να διαθέτουν ειδική γνώση για τη Ρωσία ή την Ουκρανία.

Σε απάντηση αιτήματος για σχόλιο, η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου, Άννα Κέλι, δήλωσε ότι η ανώνυμη κριτική δεν βοηθά τις αμερικανικές προσπάθειες για τον τερματισμό του πολέμου. «Ο πρόεδρος Τραμπ και η ομάδα του έχουν κάνει περισσότερα από οποιονδήποτε άλλο για να φέρουν τις δύο πλευρές κοντά, να σταματήσουν οι σκοτωμοί και να επιτευχθεί μια ειρηνευτική συμφωνία», ανέφερε.

«Πολύ υψηλοί κίνδυνοι» για τη ρωσική οικονομία

Δύο από τους αξιωματούχους δήλωσαν ότι η Μόσχα επιχειρεί να διαχωρίσει τις συνομιλίες σε δύο παράλληλες κατευθύνσεις: μία που αφορά τον πόλεμο και μία δεύτερη που επικεντρώνεται σε διμερείς συμφωνίες με τις ΗΠΑ, οι οποίες θα περιλαμβάνουν άρση των κυρώσεων κατά της Ρωσίας. Ο Ζελένσκι ανέφερε ότι οι ουκρανικές υπηρεσίες πληροφοριών τον έχουν ενημερώσει πως Αμερικανοί και Ρώσοι διαπραγματευτές συζητούν διμερείς συμφωνίες συνεργασίας αξίας έως και 12 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, οι οποίες προτάθηκαν από τον Ρώσο απεσταλμένο, Κίριλ Ντμίτριεφ. Οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι δεν παρείχαν περαιτέρω λεπτομέρειες για αυτές τις συζητήσεις.

Ο δεύτερος επικεφαλής υπηρεσίας πληροφοριών εκτίμησε ότι η πρόταση αυτή έχει στόχο να προσελκύσει τόσο τον Ντόναλντ Τραμπ όσο και Ρώσους ολιγάρχες που δεν έχουν ωφεληθεί από τον πόλεμο λόγω των κυρώσεων, αλλά των οποίων την πίστη χρειάζεται να διατηρήσει ο Πούτιν, καθώς η ρωσική οικονομία αντιμετωπίζει αυξανόμενες πιέσεις. Όπως σημείωσε, η Ρωσία παραμένει τελικά μια «ανθεκτική κοινωνία» που μπορεί να αντέξει τις δυσκολίες.

Ωστόσο, ο τρίτος αξιωματούχος προειδοποίησε ότι η Ρωσία αντιμετωπίζει «πολύ υψηλούς» χρηματοοικονομικούς κινδύνους κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2026, επικαλούμενος, μεταξύ άλλων, την περιορισμένη πρόσβαση της Μόσχας στις αγορές κεφαλαίου λόγω των κυρώσεων και το υψηλό κόστος δανεισμού. Σύμφωνα με αναλυτές, η ρωσική οικονομία κινείται μεταξύ στασιμότητας και ύφεσης, μετά από ανάπτυξη μόλις 1% το προηγούμενο έτος. Το βασικό επιτόκιο της κεντρικής τράπεζας, που καθορίζει το κόστος δανεισμού, ανέρχεται στο 15,5%, ενώ το ρευστό τμήμα του κρατικού «αποθεματικού ταμείου» που χρησιμοποιείται για την κάλυψη του δημοσιονομικού ελλείμματος έχει μειωθεί κατά περισσότερο από το ήμισυ από την εισβολή του 2022.