Από την Ισλαμική Επανάσταση του 1979 και ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια του πολέμου που ακολούθησε εναντίον του Ιράκ, η αντίληψη της Δύσης ήταν ότι πρόκειται για μια χώρα με έναν παρωχημένο και παράλογο θρησκευτικό φονταμενταλισμό. Είναι όμως έτσι; Ή για να είμαστε ακριβείς, είναι μόνο έτσι; Γιατί ενδιαφέρεται τόσο πολύ ο Τραμπ για το Ιράν και έχει στείλει εκεί τα αμερικανικά αεροπλανοφόρα και ανά πάσα στιγμή μπορεί να δώσει εντολή για μια επίθεση;

Το Ιράν αντιμετωπίζει ακόμη και σήμερα μεγάλες προκλήσεις σε εθνικό, περιφερειακό και διεθνές επίπεδο και ταυτόχρονα η αυξανόμενη επιρροή του στη Μέση Ανατολή είναι ένα πρωτοφανές γεωπολιτικό φαινόμενο στην περιοχή στη σύγχρονη εποχή. Ας σταθούμε κατ’ αρχήν στο γεγονός ότι από την επανάσταση και μέχρι πρόσφατα οι Ιρανοί κατάφεραν να αξιοποιήσουν τα οικονομικά, πολιτισμικά και γενικότερα γεωπολιτικά πλεονεκτήματα στον μουσουλμανικό κόσμο. Η πολιτική ισχύς του βέβαια στη Μέση Ανατολή κατά καιρούς επεκτεινόταν και συρρικνωνόταν, δεν περνούσε όμως ποτέ απαρατήρητη ούτε από τις γειτονικές χώρες, κυρίως από το Ισραήλ, ούτε από τους Αμερικανούς. Αν υπάρχει κάποια επιφύλαξη σήμερα στον Τραμπ να δώσει εντολή για επίθεση, όπως προφορικά έχει πει ότι θα το κάνει, είναι διότι γνωρίζει ότι στο πολιτικό σύστημα του Ιράν υπάρχουν πολλές φατρίες και η δομή είναι συγκεχυμένη κάπου ανάμεσα στη θεοκρατία και τη δημοκρατία. Και αυτό σημαίνει ότι δεν είναι ξεκάθαρη η επόμενη ημέρα. Διότι μπορεί ο Ανώτατος Ηγέτης να διαθέτει την αποφασιστική, απόλυτη εξουσία, η διακυβέρνηση κατανέμεται προς τα κάτω σε μια μακρά σειρά από λαϊκά εκλεγμένα και κληρικά δηλαδή μη εκλεγμένα συμβούλια, συνελεύσεις και αξιώματα, καθένα από τα οποία διαθέτει διαφορετικά πεδία επιρροής και ευθύνης, με πολυάριθμα δικαιώματα άσκησης βέτο έναντι των άλλων.

Έτσι, κατά τη διάρκεια σχεδόν τριάντα ετών της Ισλαμικής Δημοκρατίας, οποιαδήποτε σημαντική και γρήγορη πολιτική αλλαγή στο Ιράν, αποδείχθηκε πρακτικά αδύνατη εντός του πλαισίου αυτού του συστήματος. Επίσης, σε αντίθεση με ορισμένα αυταρχικά κράτη, όπως η Λευκορωσία ή η Βενεζουέλα, η ιρανική αντιπολίτευση δεν διαθέτει ενοποιημένη οργανωτική δομή ούτε έναν ξεκάθαρο ηγέτη. Οι ομάδες αυτές περιλαμβάνουν ενώσεις γειτονιάς, φοιτητικούς πυρήνες, κύκλους για τα δικαιώματα των γυναικών, εθνοτικά κινήματα και εργατικές οργανώσεις. Όλες έχουν συμμετάσχει στα κύματα διαδηλώσεων που συγκλόνισαν το Ιράν από το 2009 και μέχρι πολύ πρόσφατα. Αλλά, καλώς ή κακώς, ανάμεσα στην έντονη κρατική καταστολή και την αμοιβαία δυσπιστία, δυσκολεύονται να συντονίσουν τις δράσεις τους. Γι’ αυτό και δεν έπεσε το καθεστώς.

Πάμε τώρα να δούμε και τη θέση του στον γεωπολιτικό χάρτη. Το Ιράν είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος εξαγωγέας πετρελαίου παγκοσμίως και διαθέτει μακράν τον μεγαλύτερο πληθυσμό και τη μεγαλύτερη πληθυσμιακή πυκνότητα στη γεωγραφική περιοχή της Μέσης Ανατολής.

Η γεωπολιτική θέση του Ιράν, στο σταυροδρόμι της Μέσης Ανατολής, της περιοχής του Κόλπου, του Καυκάσου και της Κεντρικής Ασίας, έχει καταστήσει τη χώρα βασικό δρώντα, τόσο ιστορικά όσο και στη σύγχρονη εποχή, και άρα το Ιράν εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις εξωτερικές του σχέσεις. Ο Χομεϊνί υιοθέτησε μια συγκρουσιακή εξωτερική πολιτική και κατάφερε μέσα σε λίγα χρόνια, τόσο να απομονώσει το Ιράν από τη διεθνή κοινότητα όσο και να εμπλέξει τη χώρα σε έναν εξαιρετικά μακροχρόνιο και καταστροφικό πόλεμο.

Ιράν

Η 11η Σεπτεμβρίου 2001, ήταν ημέρα ορόσημο για τις σχέσεις του με τις ΗΠΑ. Η κυβέρνηση Μπους τότε επανειλημμένα απέρριψε κάθε μορφή διαλόγου μεταξύ των δύο χωρών χωρίς το Ιράν να εγκαταλείψει άνευ όρων όλες τις πυρηνικές του δραστηριότητες. Η φράση του μάλιστα «Άξονας του Κακού» έμεινε στην Ιστορία. Η διακήρυξη του Τζορτζ Μπους στη διάρκεια της ομιλίας του ότι ένας «άξονας του Κακού» απειλεί την ειρήνη του πλανήτη έρχεται να σταθεί σε αξία, δίπλα στη δήλωση του Ρόναλντ Ρέιγκαν ότι η Σοβιετική Ένωση ήταν η «αυτοκρατορία του Κακού».

Οι Αμερικανοί αποφάσισαν τότε να διαδραματίσουν έκτοτε πιο ενεργό ηγετικό ρόλο σε μια δυτική πολιτική έναντι του Ιράν που συνδυάζει οικονομικές κυρώσεις και απειλές στρατιωτικής επέμβασης, με στόχο να επηρεάσει την εθνική και εξωτερική πολιτική της χώρας. Ωστόσο, αυτή η στρατηγική δεν είχε το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα: ενώ πέτυχε να επιδεινώσει περαιτέρω την ήδη επιβαρυμένη ιρανική οικονομία, αντί να μετριάσει την πολιτική της χώρας απέναντι στη Δύση, φαίνεται ότι συνέβαλε στην περαιτέρω απομόνωση και ριζοσπαστικοποίηση της πλέον νεοσυντηρητικής ηγεσίας της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Και όσο το Ιράν παραμένει απομονωμένο από τη Δύση, είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς την ανάδυση μιας πιο ομοιογενούς και μακροπρόθεσμα «φιλοδυτικής» εξωτερικής πολιτικής από την παρούσα ηγεσία της Τεχεράνης, παρά τις διπλωματικές διαβουλεύσεις που είναι σε εξέλιξη τις τελευταίες εβδομάδες. Τα αεροπλανοφόρα που έστειλε ο Τραμπ είναι κινούμενες «ωρολογιακές βόμβες» αν και ταυτόχρονα εξέφρασε και πάλι αισιοδοξία ότι μπορεί να επιτευχθεί διπλωματική πρόοδος με το Ιράν μέσα στο μήνα. Όμως, ακόμη και δεν θα το παραδεχτεί ποτέ, ακόμη και δεν υπάρξει τελικά επίθεση, το βαθύ κράτος του State Department θα αντιμετωπίζει πάντα το σημερινό καθεστώς του Ιράν ως «άξονα του κακού» και η απειλή για έναν ευρύτερο πόλεμο δεν θα βρίσκεται μόνο πάνω από τη Μέση Ανατολή, αλλά θα παρασύρει και όλον τον πλανήτη.