Η Γροιλανδία, τοποθετημένη γεωγραφικά ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Ρωσία, αναδεικνύεται σε κρίσιμη γεωπολιτική πρώτη γραμμή, καθώς η Αρκτική ανοίγει λόγω της παγκόσμιας υπερθέρμανσης. Η σημασία της έχει υπογραμμιστεί ιδιαίτερα μετά τις δημόσιες τοποθετήσεις του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος εξέτασε ανοιχτά το ενδεχόμενο οι ΗΠΑ να αποκτήσουν το νησί από το κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ, τη Δανία, είτε μέσω αγοράς είτε ακόμη και με τη χρήση βίας.
Η κλιματική κρίση οδηγεί στη συρρίκνωση του παγοκαλύμματος της Γροιλανδίας, όπως και του θαλάσσιου πάγου σε ολόκληρη την Αρκτική, γεγονός που ανοίγει νέες θαλάσσιες οδούς και εκθέτει πολύτιμους φυσικούς πόρους. Απειλές που στο παρελθόν θεωρούνταν ρητορικές υπερβολές αντιμετωπίζονται πλέον ως πρώιμο σημάδι του τρόπου με τον οποίο το λιώσιμο των πάγων μετατρέπει τη Γροιλανδία σε κομβικό σημείο γεωπολιτικής αντιπαράθεσης.
Ραγδαία μείωση των αρκτικών πάγων
Η μέση έκταση του θαλάσσιου πάγου στην Αρκτική τα τελευταία πέντε χρόνια ανήλθε σε 4,6 εκατ. τετραγωνικά χιλιόμετρα, έκταση περίπου ίση με το μέγεθος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πρόκειται, ωστόσο, για μείωση κατά 27% σε σύγκριση με τον μέσο όρο των 6,4 εκατ. τετραγωνικών χιλιομέτρων της περιόδου 1981–2010, σύμφωνα με στοιχεία του National Snow and Ice Data Center. Ο πάγος που έχει χαθεί αντιστοιχεί σε έκταση παρόμοια με εκείνη της Λιβύης.
Η συρρίκνωση του αρκτικού πάγου σημαίνει ότι κατά τους θερινούς μήνες το παγοκάλυμμα δεν φτάνει πλέον έως τις ακτές της Ρωσίας και του Καναδά. Καθώς δεν υπάρχει χερσαία μάζα κάτω από τον Βόρειο Πόλο, αποκαλύπτονται θαλάσσιες περιοχές που στο παρελθόν ήταν εντελώς απροσπέλαστες.

Νέοι εμπορικοί διάδρομοι στον Αρκτικό Ωκεανό
Η εξέλιξη αυτή καθιστά εφικτές νέες ναυτιλιακές διαδρομές όπως τονίζει ο Guardian. Καθώς οι πολικές θάλασσες παραμένουν πλωτές για μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα, διαδρομές που μέχρι πρότινος χρησιμοποιούνταν μόνο από παγοθραυστικά μετατρέπονται σε εμπορικούς διαδρόμους. Η πλέον ανεπτυγμένη είναι η βόρεια θαλάσσια οδός, η οποία επικαλύπτει το βορειοανατολικό πέρασμα και εκτείνεται κατά μήκος των αρκτικών ακτών της Ρωσίας, συνδέοντας την Ευρώπη με την Ασία, αποτελώντας κεντρικό πυλώνα των φιλοδοξιών της Μόσχας.
Πιο δυτικά, το βορειοδυτικό πέρασμα διασχίζει το καναδικό αρκτικό αρχιπέλαγος, ενώ σε μακροπρόθεσμο σχεδιασμό εντάσσεται και μια κεντρική αρκτική διαδρομή μέσω του Βόρειου Πόλου. Οι εξελίξεις αυτές επαναχαράσσουν τον παγκόσμιο χάρτη του εμπορίου, προσφέροντας εναλλακτικές λύσεις στη διώρυγα του Σουέζ και μειώνοντας σχεδόν στο μισό τη διαδρομή από τη δυτική Ευρώπη προς την ανατολική Ασία.
Το 2025, το πλοίο μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων Istanbul Bridge έγινε το πρώτο πλοίο γραμμής που ταξίδεψε από την Κίνα στην Ευρώπη μέσω της βόρειας θαλάσσιας οδού, γνωστής και ως συντόμευση του «Πολικού Δρόμου του Μεταξιού». Το ταξίδι από το Νίνγκμπο της Κίνας έως το Φέλιξστοου του Ηνωμένου Βασιλείου διήρκεσε περίπου 20 ημέρες.
Στοιχεία του Marine Exchange of Alaska δείχνουν ότι το 2024 καταγράφηκαν 665 διελεύσεις από το Στενό του Μπέρινγκ, το οποίο χωρίζει τη Ρωσία από τις Ηνωμένες Πολιτείες, αριθμός αυξημένος κατά 175% σε σύγκριση με τις 242 διελεύσεις του 2010. Παρά την αύξηση, οι διαδρομές αυτές εξακολουθούν να ενέχουν κινδύνους που επηρεάζουν την εμπορική τους βιωσιμότητα.
Η Σεραφίμα Αντρέεβα, ερευνήτρια στο νορβηγικό Fridtjof Nansen Institute, επισημαίνει ότι η Μόσχα στοχεύει σε «χρήση καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους» του βορειοανατολικού περάσματος από την Ευρώπη προς την Ασία και επενδύει σημαντικά σε πυρηνοκίνητα παγοθραυστικά. Όπως αναφέρει, ωστόσο, πλοία εξακολουθούν να παγιδεύονται στους πάγους, προσθέτοντας ότι «ακόμη και τώρα υπάρχουν περιστασιακά προβλήματα στη χρήση της διαδρομής ακόμη και το “καλοκαίρι“».
Αυξανόμενες εντάσεις και στρατιωτική παρουσία
Αρκετά κράτη της Αρκτικής, ο Καναδάς, η Δανία, η Νορβηγία, η Ρωσία και οι Ηνωμένες Πολιτείες, έχουν διεκδικήσεις στην περιοχή. Η Commission on the Limits of the Continental Shelf του ΟΗΕ διατυπώνει συστάσεις προς τα παράκτια κράτη σχετικά με αυτές τις αξιώσεις.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούν ήδη στρατιωτική παρουσία στην Αρκτική και ειδικότερα στη Γροιλανδία. Η απομακρυσμένη βάση Pituffik στη βορειοδυτική Γροιλανδία φιλοξενεί συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης πυραύλων, αντιπυραυλικής άμυνας και διαστημικές επιχειρήσεις για τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ. Η Ρωσία, την τελευταία δεκαετία, έχει ανοίξει αρκετές στρατιωτικές βάσεις, ενώ έχει αποκαταστήσει παλαιές σοβιετικές υποδομές και αεροδρόμια.
Το 2018, η Κίνα αυτοχαρακτηρίστηκε «κράτος πλησίον της Αρκτικής», επιδιώκοντας να αυξήσει την επιρροή της στην περιοχή. Η Αντρέεβα σημειώνει ότι τα τελευταία 10 έως 15 χρόνια παρατηρείται αυξημένο στρατιωτικό ενδιαφέρον για την Αρκτική, με το τοπίο να έχει αλλάξει σημαντικά μετά το 2022, όταν η Ρωσία εισέβαλε στην Ουκρανία. Όπως προσθέτει, η πρόσφατη ένταξη της Φινλανδίας και της Σουηδίας στο ΝΑΤΟ αναδιαμόρφωσε το περιβάλλον ασφάλειας, ενισχύοντας τη συλλογική εστίαση στις σκανδιναβικές χώρες και παγιώνοντας την επιθυμία της Ρωσίας να ελέγξει περιοχές όπως η χερσόνησος Κόλα και το προπύργιο του Μπάρεντς.
Παρά το γεγονός ότι η προσοχή της Ρωσίας επικεντρώνεται στην Ουκρανία από το 2022, η παρουσία της στην Αρκτική διατηρείται. Παράλληλα, τα κράτη του ΝΑΤΟ ενισχύουν τη ναυτική τους παρουσία στην περιοχή και ανακοινώνουν αυξημένα προγράμματα ναυπήγησης παγοθραυστικών. Με τη σκανδιναβική διεύρυνση του ΝΑΤΟ, η πολεμική αεροπορία της Δανίας έχει ενσωματωθεί περισσότερο με εκείνες της Φινλανδίας, της Νορβηγίας και της Σουηδίας, ενώ το 2024 η Κίνα ανέπτυξε τρία παγοθραυστικά σκάφη στην Αρκτική.

Στο επίκεντρο και τα κρίσιμα ορυκτά της Γροιλανδίας
Η Γροιλανδία διαδραματίζει επίσης καίριο ρόλο στην παγκόσμια κούρσα για κρίσιμα ορυκτά. Το νησί κατατάσσεται όγδοο παγκοσμίως σε αποθέματα σπάνιων γαιών, τα οποία εκτιμώνται σε 1,5 εκατ. τόνους, σύμφωνα με το US Geological Survey. Φιλοξενεί δύο από τα μεγαλύτερα γνωστά κοιτάσματα, στο Κβανεφέλντ και στο Τανμπρίζ, με το διεθνές ενδιαφέρον να αυξάνεται.
Η κινεζική Shenghe Resources είναι ο μεγαλύτερος μέτοχος στο έργο του Κβανεφέλντ, κατέχοντας ποσοστό 12,5%, σύμφωνα με το Center for Strategic and International Studies. Μέχρι στιγμής δεν έχει πραγματοποιηθεί εξόρυξη σπάνιων γαιών, λόγω της δυσπρόσιτης γεωγραφίας, καθώς μόλις το 20% της Γροιλανδίας είναι απαλλαγμένο από πάγο και μεγάλο μέρος του νησιού παραμένει απρόσιτο για μεγάλο χρονικό διάστημα κάθε έτους.
Ωστόσο, όπως συμβαίνει και με τις θαλάσσιες οδούς, η παγκόσμια υπερθέρμανση αρχίζει να αλλάζει αυτή την εξίσωση, με την υποχώρηση των πάγων να αποκαλύπτει νέους ορυκτούς πόρους και να ενισχύει περαιτέρω τη στρατηγική σημασία της Γροιλανδίας.