Η «Κοινότητα Ορθοδόξων Τούρκων» αποφάσισε να διαχωρίσει τη θέση της και την περαιτέρω πορεία της από το αυτοαποκαλούμενο «αυτοκέφαλο ορθόδοξο πατριαρχείο Τουρκίας» φέρνοντας στο προσκήνιο μία κόντρα που υπάρχει εδώ και καιρό στους κόλπους του εθνικιστικού-θρησκευτικού μορφώματος του τουρκικού κράτους.

Στη γραπτή δήλωση που εκδόθηκε, αναφέρθηκε ότι η διαδικασία που εκτυλίσσεται οφείλεται σε «διαφωνίες αρχών», ενώ τονίστηκε ότι η Τουρκική Ορθόδοξη Κοινότητα θα συνεχίσει να λειτουργεί ανεξάρτητα. Στην ανακοίνωση, αναφέρεται ότι: «Ως Τουρκική Ορθόδοξη Κοινότητα, λόγω των διαφωνιών μας με την τρέχουσα εκκλησιαστική διοίκηση, έχουμε διαχωρίσει τους δρόμους μας από το Αυτοκέφαλο Ορθόδοξο Πατριαρχείο Τουρκίας.

Για δύο χρόνια, ενημερώσαμε το μεγάλο τουρκικό έθνος για τον ήρωα του εθνικού αγώνα, τον παπα- Εφτίμ, και την Τουρκική Ορθοδοξία. Υπό το πρόσχημα του «Χριστιανισμού», φροντίσαμε να διατηρηθεί αμείωτη η εθνική συνείδηση και να διαμορφωθεί η κοινή γνώμη ενάντια στις εξωτερικές απειλές που αντιμετωπίζει η χώρα μας. Εργαστήκαμε νύχτα και μέρα και σε μια χώρα όπου ο Χριστιανισμός είναι ταμπού, γνωστοποιήσαμε την Τουρκική Ορθοδοξία σε εκατομμύρια ανθρώπους. Στο σημείο που βρισκόμαστε σήμερα, παρά τη διάσπαση μεταξύ της Κοινότητας και της Εκκλησίας, λόγω της ακλόνητης αφοσίωσής μας στην κληρονομιά του Πάπα Εφτίμ και του Ατατούρκ, ως Τουρκική Ορθόδοξη Κοινότητα θα συνεχίσουμε ανεξάρτητα τις εκδοτικές μας δραστηριότητες και τον αγώνα μας για τη διατήρηση της Τουρκικής Ορθοδοξίας».

Το πατριαρχείο των Τούρκων εθνικιστών

Το Αυτοκέφαλο Τουρκικό Ορθόδοξο Πατριαρχείο αποτελεί μια ιδιαίτερη και αμφιλεγόμενη εκκλησιαστική οντότητα της σύγχρονης τουρκικής ιστορίας. Ιδρύθηκε το 1922, σε μια περίοδο έντονων πολιτικών, στρατιωτικών και εθνικών ανακατατάξεων, που σημαδεύτηκαν από τον ελληνοτουρκικό πόλεμο και τη μετάβαση από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στην Τουρκική Δημοκρατία. Πυρήνας του Πατριαρχείου υπήρξε ένα ρεύμα τουρκόφωνων ορθόδοξων χριστιανών της Ανατολίας, οι οποίοι επιδίωκαν να διατηρήσουν την ορθόδοξη πίστη τους, χωρίς να αποκοπούν από την τουρκική εθνική τους ταυτότητα.

Κεντρικό πρόσωπο στην ίδρυση του Πατριαρχείου ήταν ο Παύλος Καραχισαρίδης, γνωστός ως παπα Εφτίμ. Με τη στήριξη φιλοτουρκικών εκκλησιαστικών κύκλων και εθνικιστικών αρχών, ίδρυσε στην Καισάρεια το Αυτοκέφαλο Ορθόδοξο Πατριαρχείο της Ανατολίας. Βασικό αίτημα του κινήματος ήταν η χρήση της τουρκικής γλώσσας στη λατρεία και η αποδέσμευση από το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, το οποίο θεωρούνταν φορέας ελληνικής εθνικής επιρροής. Η δράση του παπά Εφτίμ υπήρξε ιδιαίτερα συγκρουσιακή. Το 1923, ο ίδιος και οι οπαδοί του προχώρησαν σε επιθέσεις και καταλήψεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου, αμφισβητώντας ευθέως τη νομιμότητα της εκκλησιαστικής του εξουσίας. Παρά τις προσπάθειες αυτές, το εγχείρημα δεν αναγνωρίστηκε από τον ορθόδοξο κόσμο και προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, ακόμη και εντός της Τουρκίας.

Ο Ευθύμιος Καραχισαρίδης (1884–1968), γνωστός ως παπα-Εφτίμ Α΄

Ωστόσο, η καθιέρωση της τουρκικής γλώσσας στη θεία λειτουργία το 1924 και η σαφής ταύτιση του πατριαρχείου με το κεμαλικό κράτος εξασφάλισαν την υποστήριξη της νέας Τουρκικής Δημοκρατίας. Η Εκκλησία αυτοπροσδιορίστηκε ως θεματοφύλακας του κοσμικού και δημοκρατικού χαρακτήρα του τουρκικού κράτους και διακήρυξε την ετοιμότητά της να τον υπερασπιστεί. Την ίδια χρονιά, η έδρα του Πατριαρχείου μεταφέρθηκε από την Καισάρεια στην Κωνσταντινούπολη, με κέντρο τον ναό της Παναγίας στο Γαλατά. Παράλληλα, ο Παπά Ευθύμιος και η οικογένειά του εξαιρέθηκαν από την υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών, γεγονός που υπογράμμισε τη στενή σχέση του Πατριαρχείου με το τουρκικό κράτος.

Συνολικά, το Αυτοκέφαλο Τουρκικό Ορθόδοξο Πατριαρχείο υπήρξε προϊόν μιας μοναδικής σύμπλεξης θρησκείας, εθνικής ταυτότητας και κρατικής πολιτικής, αφήνοντας μια σύνθετη και διχαστική κληρονομιά στην ιστορία της Ορθοδοξίας και της σύγχρονης Τουρκίας.

Κατάλογος ηγετών του Αυτοκέφαλου Τουρκικού Ορθόδοξου Πατριαρχείου

  • παπά Εφτίμ I (1923–1962) – Γεννημένος ως Παύλος Καραχισαρίδης, μετέπειτα Ζεκί Ερενερόλ. Ιδρυτής της Εκκλησίας, τιμήθηκε με το Μετάλλιο Ανεξαρτησίας της Τουρκικής Δημοκρατίας. Παραιτήθηκε το 1962 και πέθανε το 1968.
  • παπά Εφτίμ II (1962–1991) – Τουργκούτ Ερενερόλ, πρωτότοκος γιος του ιδρυτή.
  • παπά Εφτίμ III (1991–2002) – Σελτσούκ Ερενερόλ, νεότερος γιος του ιδρυτή.
  • παπά Εφτίμ IV (2002– ) – Πασά Ουμίτ Ερενερόλ, εγγονός του ιδρυτή και σημερινός προκαθήμενος.

Ναοί του Πατριαρχείου

Σήμερα το Πατριαρχείο κατέχει τρεις ναούς, όλοι στην περιοχή Καρακιόι της Κωνσταντινούπολης:

  1. Ναός Παναγίας – Έδρα του Πατριαρχείου, χτισμένος το 1583 από την ορθόδοξη κοινότητα της Κάφφας.
  2. Ναός Αγίου Νικολάου
  3. Ναός Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου
  4. Η υπόθεση του ναού του Χριστού περιλαμβάνει παράνομη απόκτησή του το 1924, επιστροφή στο Οικουμενικό Πατριαρχείο το 1947 και τελική κατεδάφιση, με αποζημίωση που καταβλήθηκε στο ίδρυμα της οικογένειας Ερενερόλ.
Ο Ναός της Παναγίας, έδρα του Τουρκορθόδοξου Πατριαρχείου, χτισμένος το 1583 από την ορθόδοξη κοινότητα της Κάφφα

Ο… Πόντιος Παπα Εφτίμ υπερασπιστής της Τουρκίας

Ο Ζεκί Ερενερόλ, γνωστός ιστορικά ως παπά Εφτίμ Α΄, υπήρξε μία από τις πιο αμφιλεγόμενες μορφές της ορθόδοξης εκκλησιαστικής ιστορίας στην Τουρκία του 20ού αιώνα. Γεννημένος ως Παύλος Καραχισαρίδης σε τουρκόφωνη οικογένεια από τον Πόντο, ανέπτυξε από νωρίς έντονα τον τουρκικό εθνικισμό, που τον θεωρούσε αδιαπραγμάτευτο. Ο ίδιος απέρριπτε κάθε χαρακτηρισμό του ως «τουρκόφιλου», επιμένοντας ότι ήταν Τούρκος στην καταγωγή και στη συνείδηση.

Η ζωή και η δράση του συνδέθηκαν στενά με τη γέννηση της Τουρκικής Δημοκρατίας και τον Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ. Ο παπα-Εφτίμ όχι μόνο στήριξε τον κεμαλικό εθνικισμό, αλλά συμμετείχε ενεργά στον ελληνοτουρκικό πόλεμο και στη συγκρότηση των νέων κρατικών θεσμών. Ο ίδιος ο Ατατούρκ αναγνώρισε δημόσια τη συμβολή του, δηλώνοντας ότι «ο παπα-Εφτίμ έχει προσφέρει στη χώρα μας όσο ένας στρατός».

Η οικονομική κρίση πριν τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο τον οδήγησε σε οικονομική κατάρρευση και σε αναζήτηση άλλης επαγγελματικής διεξόδου. Το 1914, για να αποφύγει τη γενική επιστράτευση, κατέφυγε στην ιδιαίτερη πατρίδα του και ζήτησε από τον μητροπολίτη Καισαρείας να χειροτονηθεί ιερέας. Έτσι έλαβε το όνομα Εφτίμ και εισήλθε στον κλήρο, παρότι ήταν έγγαμος και πατέρας πέντε παιδιών.Από το 1918 υπηρέτησε ως ιερέας στην κωμόπολη Κεσκίν, όπου αρχικά συμμετείχε ενεργά στη ζωή της ελληνικής κοινότητας και σε πρωτοβουλίες προστασίας των χριστιανικών πληθυσμών. Ωστόσο, η ραγδαία άνοδος του κεμαλικού κινήματος και η κατάρρευση των ελπίδων για ανεξάρτητο ποντιακό ή αρμενικό κράτος τον ώθησαν να στραφεί πολιτικά προς τον τουρκικό εθνικισμό. Συνδέθηκε με κεμαλικούς παράγοντες, όπως ο Μεχμέτ Σερέφ, συγκέντρωσε χρήματα για την ενίσχυση του αγώνα τους και λειτούργησε ως διαμεσολαβητής για την αποτροπή βιαιοπραγιών σε βάρος τοπικών πληθυσμών.

Η στάση αυτή τον έφερε σε σύγκρουση με τη δημογεροντία και τον κανονικό ιερέα της περιοχής, προκαλώντας βαθύ ενδοκοινοτικό διχασμό. Όταν το Οικουμενικό Πατριαρχείο προσπάθησε να μεσολαβήσει, ο παπα-Εφτίμ διέκοψε τις σχέσεις του με το Φανάρι, κατηγορώντας το για αδιαφορία απέναντι στους τουρκόφωνους ορθόδοξους. Σταδιακά, ανέλαβε ρόλο πολιτικοθρησκευτικού ηγέτη, προωθώντας την πλήρη ταύτιση της Ορθοδοξίας με τον τουρκικό εθνικισμό.

Από το 1921 πρωτοστάτησε ανοιχτά στο σχέδιο ίδρυσης ανεξάρτητης Τουρκορθόδοξης Εκκλησίας, επιτιθέμενος δημόσια στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και καλώντας τις ορθόδοξες κοινότητες της Μικράς Ασίας να αποδεσμευτούν από αυτό. Χωρίς σοβαρή θεολογική κατάρτιση και χωρίς ανώτερο εκκλησιαστικό αξίωμα, κατάφερε ωστόσο να αποκτήσει στήριξη τόσο από κεμαλικούς κύκλους όσο και από ξένους διπλωματικούς παράγοντες. Παρουσίαζε τον εαυτό του ως «Γενικό Επίτροπο των Τουρκορθοδόξων» και ζητούσε δημόσια δεήσεις υπέρ του Μουσταφά Κεμάλ.

Οι ενέργειές του περιλάμβαναν περιοδείες στην Καππαδοκία, υποσχέσεις επιστροφής εξορίστων, συγκέντρωση χρημάτων για το κεμαλικό κράτος, κλείσιμο ορθόδοξων σχολείων και αυστηρό έλεγχο του κλήρου. Το 1922 συγκάλεσε αντικανονικά σύνοδο στην Καισάρεια, προωθώντας την ίδρυση αυτοκέφαλης Εκκλησίας. Η αντίδραση ιεραρχών, όπως του μητροπολίτη Ικονίου Προκοπίου Λαζαρίδη, υπήρξε έντονη, οδηγώντας τελικά στην απομόνωσή του από τον κανονικό εκκλησιαστικό χώρο.

Το 1923 εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου η δράση του κορυφώθηκε με βίαιες καταλήψεις ναών και επανειλημμένες απόπειρες κατάληψης του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Παρά τον αφορισμό του, απολάμβανε την ανοχή και την προστασία του τουρκικού κράτους. Μετονομάστηκε σε Zeki Erenerol, απέκτησε ακίνητα και οικονομική στήριξη, και συνέχισε μέχρι το τέλος της ζωής του να πολεμά το Φανάρι.

Ο Παπά Εφτίμ Α’ εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1923 και μετονομάστηκε σε Ζεκί Ερενερόλ

Η κορυφαία στιγμή της πορείας του ήταν η ίδρυση του αποκαλούμενου Αυτοκέφαλου Τουρκικού Ορθόδοξου Πατριαρχείου το 1922. Στόχος του ήταν η δημιουργία μιας εθνικής, τουρκικής εκκλησίας, ανεξάρτητης από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, το οποίο κατηγορούσε για εθνοκεντρισμό και φιλελληνισμό. Η προσπάθεια αυτή προκάλεσε έντονες συγκρούσεις, καταλήψεις του Πατριαρχείου και τελικά τον αφορισμό του.

Παρά την κρατική ανοχή και στήριξη, το εγχείρημα του παπα-Εφτίμ δεν πέτυχε να προσελκύσει τη μεγάλη πλειονότητα των τουρκόφωνων ορθοδόξων, οι οποίοι παρέμειναν πιστοί στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Ακόμη και κατά την ανταλλαγή πληθυσμών, μόνο ο ίδιος και η οικογένειά του εξαιρέθηκαν, ενώ οι κοινότητες που υπολόγιζε να εκπροσωπήσει εκτοπίστηκαν.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του συνέχισε να αντιμάχεται το Οικουμενικό Πατριαρχείο, οργανώνοντας ακόμη και διαδηλώσεις. Παραιτήθηκε το 1962 και παρέδωσε τη σκυτάλη στους γιους του, δημιουργώντας μια οικογενειακή διαδοχή που συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

Ο θάνατός του το 1968 επισφράγισε τη διχαστική του κληρονομιά: απορρίφθηκε από την ελληνορθόδοξη κοινότητα, αλλά τιμήθηκε από το τουρκικό κράτος.

Ο άγιος Προκόπιος Ικονίου

Ο Άγιος Προκόπιος Ικονίου (κατά κόσμον Προκόπιος Λαζαρίδης, 1859 – 20 Απριλίου 1923) ήταν Έλληνας Μικρασιάτης θεολόγος και επίσκοπος του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως που διετέλεσε Μητροπολίτης Δυρραχίου, Φιλαδελφείας και Ικονίου στη Μικρά Ασία, καθώς και Νεομάρτυρας. Μαρτύρησε εξόριστος και η μνήμη του τιμάται στις 20 Απριλίου και την Κυριακή μετά την Ύψωσιν του Τιμίου Σταυρού μαζί με όλους τους Μικρασιάτες Νεομάρτυρες.

Ο Προκόπιος Λαζαρίδης υπήρξε μία εξέχουσα εκκλησιαστική μορφή της Ορθοδοξίας κατά την ταραγμένη ύστερη οθωμανική περίοδο και τα πρώτα χρόνια του τουρκικού εθνικού κράτους. Γεννημένος το 1859 στα Τύανα της κεντρικής Μικράς Ασίας, έλαβε υψηλού επιπέδου θεολογική εκπαίδευση στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης, γεγονός που τον κατέστησε έναν από τους πλέον καταρτισμένους ιεράρχες της εποχής του. Η εκκλησιαστική του πορεία χαρακτηρίστηκε από ενεργό ποιμαντική δράση και διοικητική επάρκεια. Ως μητροπολίτης Δυρραχίου και αργότερα Φιλαδελφείας Μικράς Ασίας, ανέπτυξε στενή σχέση με τις τοπικές ορθόδοξες κοινότητες, σε μια εποχή όπου οι εθνικές εντάσεις και οι πολιτικές ανακατατάξεις επηρέαζαν άμεσα τη θρησκευτική ζωή.

Το 1911 ανέλαβε τη Μητρόπολη Ικονίου, μια περιοχή με ιδιαίτερη σημασία για την Ορθοδοξία στην Ανατολία. Εκεί βρέθηκε στο επίκεντρο της σύγκρουσης που προέκυψε κατά τον ελληνοτουρκικό πόλεμο (1919–1922), όταν οι Νεότουρκοι επιχείρησαν να θέσουν την Ορθόδοξη Εκκλησία υπό απόλυτο κρατικό έλεγχο, ιδρύοντας την Τουρκική Ορθόδοξη Εκκλησία με επικεφαλής τον παπα-Εφτίμ.

Ο Προκόπιος αντιστάθηκε σθεναρά σε αυτή την πολιτική, θεωρώντας ότι υπονόμευε την εκκλησιαστική κανονικότητα και την πνευματική ενότητα των ορθόδοξων πιστών. Οι προσπάθειές του να βρεθεί συναινετική λύση και να προστατευθεί η αυτονομία της Εκκλησίας τον έφεραν σε άμεση σύγκρουση με τις τουρκικές εθνικιστικές αρχές. Η αντίσταση αυτή είχε βαρύ προσωπικό τίμημα. Το 1920 συνελήφθη και φυλακίστηκε, αρχικά στο Ικόνιο και κατόπιν στο Ερζερούμ, υπό σκληρές συνθήκες. Παρά τα σοβαρά προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε, δεν εγκατέλειψε την προσπάθεια για ειρηνική διευθέτηση του εκκλησιαστικού ζητήματος, φτάνοντας μάλιστα να συναντήσει τον ίδιο τον Μουσταφά Κεμάλ στην Άγκυρα. Η προσπάθεια αυτή όμως απέβη άκαρπη.

Τον Ιανουάριο του 1923 εξαναγκάστηκε να προεδρεύσει σε σύνοδο που ανακήρυξε την Τουρκική Ορθόδοξη Εκκλησία, σε μια περίοδο που ήδη η ελληνική παρουσία στη Μικρά Ασία κατέρρεε. Λίγο αργότερα συνελήφθη εκ νέου και πέθανε στις φυλακές της Καισάρειας τον Απρίλιο του 1923.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά τον Προκόπιο Λαζαρίδη ως Ιερομάρτυρα, αναγνωρίζοντας τη θυσία του ως σύμβολο πίστης, αντίστασης και εκκλησιαστικής ακεραιότητας σε μια από τις πιο δραματικές περιόδους της νεότερης ιστορίας.

Το μετά και το τώρα των εθνικιστών ορθοδόξων

Το Αυτοκέφαλο Τουρκικό Ορθόδοξο Πατριαρχείο συνέχισε και μετά την ίδρυσή του να επιδιώκει την επέκταση της επιρροής του, τόσο εντός όσο και εκτός Τουρκίας. Ένας από τους βασικούς του στόχους υπήρξε η προσέγγιση των Γκαγκαούζων, μιας μειονότητας που ασπάζεται μεν το ελληνορθόδοξο δόγμα, αλλά είναι τουρκόφωνη και κατοικεί κυρίως στη Βεσσαραβία και στη σημερινή Μολδαβία. Από τη δεκαετία του 1930 έως τον 21ο αιώνα, καταβλήθηκαν επανειλημμένες προσπάθειες να συνδεθεί εκκλησιαστικά αυτή η κοινότητα με το Τουρκορθόδοξο Πατριαρχείο, χωρίς όμως ουσιαστική επιτυχία. Η επίσκεψη του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην Γκαγκαουζία το 2018 αναζωπύρωσε τέτοιες επιδιώξεις, εντάσσοντάς τες στο ευρύτερο πλαίσιο της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής.

Παράλληλα, το Πατριαρχείο βρέθηκε στο επίκεντρο σοβαρών πολιτικών και δικαστικών υποθέσεων. Η σύλληψη της Σεβγκί Ερενερόλ, εγγονής του παπα-Εφτίμ, το 2008, με κατηγορίες για συμμετοχή στο εθνικιστικό δίκτυο Εργκένεκον, έφερε στο φως τις στενές σχέσεις ορισμένων μελών της ηγεσίας του Πατριαρχείου και της οικογένειας, με τον ακραίο τουρκικό εθνικισμό. Οι κατηγορίες ότι το Πατριαρχείο λειτουργούσε ως επιχειρησιακή βάση της οργάνωσης προκάλεσαν έντονη διεθνή κριτική. Αν και η ίδια καταδικάστηκε αρχικά σε ισόβια, τελικά αθωώθηκε μετά από επανεκδίκαση, γεγονός που αντικατοπτρίζει τη ρευστότητα και την πολιτική φόρτιση της υπόθεσης Εργκένεκον.

Η πρόσφατη ρήξη στο εσωτερικό της λεγόμενης Τουρκικής Ορθόδοξης Κοινότητας δεν αποτελεί μια απλή οργανωτική διαφωνία, αλλά ένα ακόμη επεισόδιο σε μια μακρά ιστορία όπου η θρησκεία χρησιμοποιείται ως εργαλείο εθνικής ιδεολογίας και κρατικής στρατηγικής. Παρά τις προσπάθειες διαφοροποίησης που επιχειρούνται σήμερα σε επίπεδο δομής και επικοινωνίας, η ουσία παραμένει αμετάβλητη: η ταύτιση της «Τουρκικής Ορθοδοξίας» με τον κεμαλικό εθνικισμό και η εργαλειοποίηση της ορθόδοξης πίστης ως μέσου πολιτικής νομιμοποίησης.

Η διάσπαση μεταξύ «Κοινότητας» και «Πατριαρχείου» φαίνεται περισσότερο ως μια αναδιάταξη ρόλων και λιγότερο ως ιδεολογική ρήξη. Το παλαιό οικογενειακό μόρφωμα των απογόνων του παπα-Εφτίμ επιχειρείται να αντικατασταθεί από ένα σχήμα με θεσμική εικόνα που θυμίζει, έστω επιφανειακά, το Οικουμενικό Πατριαρχείο, χωρίς όμως να αποκόπτεται από τις ίδιες εθνικιστικές αναφορές και την ίδια ρητορική περί «εθνικού αγώνα».

Τελικά, η ιστορία του Αυτοκέφαλου Τουρκικού Ορθόδοξου Πατριαρχείου και των σύγχρονων επιγόνων του αποδεικνύει ότι πρόκειται για ένα κατασκεύασμα που γεννήθηκε από πολιτικές ανάγκες και όχι από εκκλησιαστική κανονικότητα. Όσο η Ορθοδοξία παραμένει εγκλωβισμένη σε εθνικά αφηγήματα και κρατικές σκοπιμότητες, τέτοιου είδους εγχειρήματα θα συνεχίσουν να αναπαράγουν διχασμούς, χωρίς να αποκτούν ποτέ ουσιαστική πνευματική ή εκκλησιαστική υπόσταση.