Ανακοίνωση εξέδωσε το ΠΑΣΟΚ με αφορμή την δημοσίευση της ετήσιας έκθεσης του Δικτύου Καταγραφής Περιστατικών Ρατσιστικής Βίας του ΟΗΕ, στην οποία επισημαίνει ότι αν και η καταγραφή των επιθέσεων «προσφέρει πολύτιμη τεκμηρίωση για την παρακολούθηση και αξιολόγηση των πολιτικών καταπολέμησης του ρατσισμού και της ξενοφοβίας στη χώρα μας».

Ωστόσο, ο Τομέας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΠΑΣΟΚ, τονίζει πως στην έκθεση «δεν καταγράφεται το σύνολο των ρατσιστικών επιθέσεων» και εξέφρασε τον προβληματισμό του για την απουσία σε ρατσιστική βία εναντίον Ρομά.

Παράλληλα, το ΠΑΣΟΚ επισημαίνει ότι το 2014 πραγματοποιήθηκαν μεγάλα θεσμικά βήματα για την αντιμετώπιση του φαινομένου και τονίζει ότι η «ποινική αντιμετώπιση της Χρυσής Αυγής δημιουργεί ελπίδες για την αντιμετώπιση του φαινομένου», αν και όπως σημειώνει «καταγράφονται απόπειρες πολιτικής νομιμοποίησης της από μέλη της ελληνικής κυβέρνησης και του Προεδρείου της Βουλής».

«Τα δημοκρατικά κόμματα έχουν υποχρέωση να μην συνεργάζονται και να μη συνομιλούν με τους επίγονους των ναζί», τονίζει το ΠΑΣΟΚ.

Αναλυτικά η ανακοίνωση που εξέδωσε…

«Η καταγραφή των περιστατικών ρατσιστικής βίας προσφέρει πολύτιμη τεκμηρίωση για την παρακολούθηση και αξιολόγηση των πολιτικών καταπολέμησης του ρατσισμού και της ξενοφοβίας στη χώρα μας.

Η συστηματική αποτύπωση συγκεκριμένων περιστατικών ρατσιστικής βίας από το Δίκτυο προσφέρει χρήσιμα συμπεράσματα για τη δυναμική του φαινομένου, τις εξάρσεις του ή την ύφεση του, που σε συνδυασμό με τις γενικότερες εξελίξεις στο κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο αποτελούν χρήσιμο εργαλείο διαμόρφωσης και επικαιροποίησης των πολιτικών αντιμετώπισης του.

Είναι προφανές ότι δεν καταγράφεται το σύνολο των ρατσιστικών επιθέσεων αφού για διάφορους λόγους τα θύματα δεν επιλέγουν να τις καταγγείλουν ή η πληροφορία δεν καταγράφεται από το Δίκτυο. Υπό την έννοια αυτή η καταγραφή περιστατικών βίας ενάντια σε μέλη της LGBTQI κοινότητας μπορεί να πιστωθεί στις οργανώσεις που τα τελευταία χρόνια αναπτύσσονται δυναμικά στο χώρο.

Πράγματι, επιθέσεις σε διεμφυλικά άτομα γνωστοποιούνται πολύ γρήγορα από τις οργανώσεις τους που εμφανίζονται και διεκδικούν με συνέπεια και αποτελεσματικότητα τη θέση τους στην ελληνική κοινωνία.

Με την ίδια λογική προβληματίζει η παντελής απουσία αναφορών σε ρατσιστική βία εναντίον μελών της κοινότητας των Ρομά.

Το 2014 πραγματοποιήθηκαν δυο μεγάλα θεσμικά βήματα για την αντιμετώπιση του φαινομένου. Η προστασία των θυμάτων ρατσιστικής βίας βρήκε σθεναρή αντίσταση από συντηρητικούς θύλακες εντός της κυβέρνησης συνεργασίας (υπόθεση Μπαλτάκου) κατά την ψήφιση του Κώδικα Μετανάστευσης. Όμως με την επιμονή του ΠΑΣΟΚ και τη συμβολή των αρμοδίων υπουργών η χώρα απέκτησε για πρώτη φορά πλαίσιο προστασίας θυμάτων ρατσιστικής βίας για τους μετανάστες που δεν είναι διοικητικά τακτοποιημένοι με την ΚΥΑ 30651/03-06-14.

Η συζήτηση του αντιρατσιστικού νόμου στη Βουλή αποτέλεσε υπόδειγμα κοινοβουλευτικής διαδικασίας όπου ο αρμόδιος υπουργός άκουσε τους βουλευτές και βελτίωσε τις προτεινόμενες από αυτόν ρυθμίσεις.

Έτσι με παρεμβάσεις του ΠΑΣΟΚ προωθήθηκαν συγκεκριμένες ρυθμίσεις για:

– Την τέλεση των συγκεκριμένων εγκλημάτων μέσω διαδικτύου.

– Την προστασία του σεξουαλικού προσανατολισμού και της ταυτότητας φύλου από τη ρητορική του μίσους.

– Την επαύξηση του πλαισίου ποινής για τα ρατσιστικά εγκλήματα (81Α ΠΚ).

Τέλος η ποινική αντιμετώπιση της Χρυσής Αυγής (για την οποία εκφράστηκαν αντιρρήσεις ή επιφυλάξεις από μεμονωμένους βουλευτές της τότε αντιπολίτευσης), έστω και καθυστερημένα, δημιούργησε ελπίδες για την αντιμετώπιση του φαινομένου. Ακόμα όμως και σήμερα, με τη δίκη της Χρυσής Αυγής σε εξέλιξη, δεν έχει γίνει εφικτή η συγκρότηση μετώπου από τις δημοκρατικές πολιτικές δυνάμεις του τόπου ενάντια στους νεοναζί. Αντίθετα καταγράφονται απόπειρες πολιτικής νομιμοποίησης της από μέλη της ελληνικής κυβέρνησης και του Προεδρείου της Βουλής.

Τα δημοκρατικά κόμματα έχουν υποχρέωση να μην συνεργάζονται και να μη συνομιλούν με τους επίγονους των ναζί.

Οι συμπερασματικές προτάσεις της Ετήσιας Έκθεσης του Δικτύου Καταγραφής Περιστατικών Ρατσιστικής Βίας (με τις απαραίτητες προσθήκες για Ρομά και άλλες ομάδες του πληθυσμού που βρίσκονται σε κίνδυνο) μπορούν να αποτελέσουν τη βάση για τον ευρύτερο διακομματικό και κοινωνικό διάλογο για την καταπολέμηση της ρατσιστικής βίας στη χώρα μας.

Καμία πολιτική ενάντια στη ρατσιστική βία δεν μπορεί να σταθεί όμως αν η πολιτεία δεν προχωρήσει άμεσα στην εφαρμογή ολοκληρωμένων σχεδίων υποδοχής, ένταξης και καταπολέμησης των διακρίσεων για τις ομάδες του πληθυσμού που βρίσκονται σε κίνδυνο.

Η διακομματική συνεννόηση για την άμεση απόδοση ιθαγένειας στα παιδιά των μεταναστών και την επέκταση του συμφώνου συμβίωσης στα ομόφυλα ζευγάρια θα δώσει ένα πρώτο ισχυρό μήνυμα σε αυτή την κατεύθυνση».