Σαν σήμερα, στις 6 Ιουλίου 2015, η Ελλάδα βίωσε μία από τις πιο δραματικές πολιτικές καμπές της σύγχρονης ιστορίας της. Λίγες ώρες μετά το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου, το αποτέλεσμα του οποίου κατέγραψε ένα ευρύ «Όχι» στις προτάσεις των δανειστών, οι εξελίξεις υπήρξαν καταιγιστικές, τόσο στο πολιτικό σκηνικό όσο και στις διαπραγματεύσεις με τους εταίρους της χώρας.
Το πρωί της 6ης Ιουλίου, ο υπουργός Οικονομικών Γιάνης Βαρουφάκης υπέβαλε την παραίτησή του. Σε δημόσια δήλωσή του ανέφερε ότι η αποχώρησή του έγινε κατόπιν απαίτησης των θεσμών, οι οποίοι «θα εκτιμούσαν την απουσία μου από τις συνεδριάσεις του Eurogroup, κάτι που ο πρωθυπουργός έκρινε ότι ίσως βοηθήσει στην επίτευξη συμφωνίας». Στο ίδιο μήνυμα σημείωνε ότι το δημοψήφισμα θα καταγραφεί ως στιγμή κατά την οποία «ένας μικρός ευρωπαϊκός λαός όρθωσε το ανάστημά του εναντίον της Χρεοδουλοπαροικίας». Τη θέση του ανέλαβε ο Ευκλείδης Τσακαλώτος, ο οποίος μέχρι τότε ήταν επικεφαλής της διαπραγματευτικής ομάδας και αναπληρωτής υπουργός Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων. Η τοποθέτησή του θεωρήθηκε ένδειξη στροφής σε έναν πιο συναινετικό τόνο στις διαπραγματεύσεις.
Την ίδια ημέρα, υπό την προεδρία του Προκόπη Παυλόπουλου, πραγματοποιήθηκε σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών. Στη σύσκεψη δεν συμμετείχε ο Δημήτρης Κουτσούμπας (ΚΚΕ), ο οποίος διαχώρισε εξαρχής τη θέση του, ούτε και ο αρχηγός της Χρυσής Αυγής, που δεν προσκλήθηκε λόγω του χαρακτήρα της οργάνωσης ως εγκληματικής. Στο κοινό ανακοινωθέν που εκδόθηκε, οι πολιτικοί αρχηγοί –πλην Κουτσούμπα– υπογράμμισαν ότι «η πρόσφατη ετυμηγορία του ελληνικού λαού δεν συνιστά εντολή ρήξης», αλλά εντολή για «συμφωνία κοινωνικά δίκαιη και οικονομικά βιώσιμη». Παράλληλα, διατυπώθηκαν τέσσερις βασικοί άξονες: κοινωνική δικαιοσύνη, αναγκαίες μεταρρυθμίσεις, επαρκής χρηματοδότηση και διευθέτηση του χρέους για βιωσιμότητα, με σαφή προτεραιότητα την παραμονή της χώρας στο ευρώ.
