Την ανάγκη του να «ξεπλυθεί η ψυχή του» μετά τα όσα βίωσε στο γραφείο του γιατρού του περιέγραψε ο Γιώργος Παράσχος, αναφερόμενος στη μάχη με τον καρκίνο και στον τρόπο που διαχειρίζεται πλέον την καθημερινότητά του. Ο ηθοποιός, μιλώντας στην εκπομπή «Happy Day», στάθηκε στο πώς η ασθένεια μετατόπισε τις προτεραιότητές του, εκμηδενίζοντας τον φόβο του θανάτου μπροστά στην επιθυμία για ζωή.
Η «καταστολή» και οι μηνιαίες εξετάσεις
Σε ό,τι αφορά την πορεία της υγείας του, ο ίδιος διευκρίνισε πως η κατάσταση παραμένει ελεγχόμενη, με τον ιατρικό έλεγχο να είναι συνεχής.
«Είμαι καλά, είμαι σταθερά, δόξα τω Θεώ. Δεν θα πω μέρα με την ημέρα, εβδομάδα με την εβδομάδα, καλύτερα. Το παρακολουθώ κάθε μήνα, να δούμε πού βρισκόμαστε, δόξα τω Θεώ ακόμα είναι σε καταστολή. Ο γιατρός μου σαν στόχο είχε να μπορέσω εγώ να ζω τη ζωή μου και μέχρι στιγμής το πετυχαίνει αυτό», ανέφερε χαρακτηριστικά.
«Ήθελα κάπου να ξεσπάσω»
Περιγράφοντας το σοκ της ανακοίνωσης, ο Γιώργος Παράσχος εστίασε στις πρώτες 72 ώρες μετά τη διάγνωση και στην άμεση ανάγκη του να επικοινωνήσει με την οικογένειά του.
«Το πιο δύσκολο νομίζω ότι ήταν η στιγμή που μου το ανακοίνωσαν. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη στιγμή που μου το είπε ο γιατρός, όταν ήμουν στην καρέκλα απέναντί του. Έκλαψα πάρα πολύ. Πιέστηκα αρκετά μέσα μου, τρεις μέρες, και ήθελα να το βγάλω. Ήθελα κάπου να ξεσπάσω ακόμα περισσότερο, δεν μου έφτανε το δάκρυ που έριξα, δεν είχε ξεπλυθεί καλά η ψυχή μου. Και φυσικά το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να πάρω τηλέφωνο την αδερφή μου».
Η φιλοσοφία απέναντι στο τέλος
Η αναμέτρηση με το πρόβλημα υγείας φαίνεται πως άλλαξε ριζικά τον τρόπο που αντιλαμβάνεται τον χρόνο. Όπως εξήγησε, ο μεγαλύτερος φόβος σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι η απώλεια, αλλά οι ανεκπλήρωτες εμπειρίες.
«Όσοι έχουν περάσει μέσα από αυτό καταλαβαίνουν τι θα πει ζωή, την εκτιμούν με άλλον τρόπο. Και δεν νομίζω ότι σε αυτές τις περιπτώσεις σε φοβίζει το να χάσεις τη ζωή σου. Σε φοβίζει το ότι δεν θα προλάβεις να ζήσεις πράγματα, να βιώσεις πράγματα πριν φύγεις. Αυτός είναι ο φόβος περισσότερο. Δεν με ενδιαφέρει αν θα πεθάνω τώρα ή αν θα χαθώ ή αν θα με θυμούνται ή αν… Το μόνο που παρακαλώ είναι, άμα θα φύγω, να σηκώσει ο Χριστός μας το δεξί του χέρι και να μου πει “έλα, σε περιμένω”».