Στην καρδιά μιας από τις μεγαλύτερες αγορές τόσο του παλιού όσο και του σύγχρονου κόσμου της πρωτεύουσας, εκτός από το συνονθύλευμα πολιτισμών, τους πλανόδιους πωλητές και τα πάσης φύσεως εμπορικά καταστήματα, ο επισκέπτης συναντά και το Τζαμί Τσισδαράκη, το μόνο επισκέψιμο Τζαμί της Αθήνας. Μια βόλτα στην πλατεία στο Μοναστηράκι είναι αρκετή για να το παρατηρήσει κανείς και μια επίσκεψη στο εσωτερικό του μαρτυρά την ιστορία του, την οποία συνοδεύει ένας μύθος και μια κατάρα…

Ρεπορτάζ: Νίκη Παπάζογλου
Φωτογραφίες: Γιάννης Κέμμος

Χτίστηκε το 1759 από τον τότε βοεβόδα των Αθηνών Μουσταφά Αγά Τσισδαράκη, στην καρδιά της περιοχής που ήταν γνωστή ως κάτω Παζάρι. Πολλοί το αποκαλούσαν και Τζαμί του Κάτω Σιντριβανιού, από το σιντριβάνι που βρισκόταν μπροστά του. Η ανέγερσή του όμως σημαδεύτηκε από ένα θρύλο και μια καταστροφή, με αποτέλεσμα να θεωρείται καταραμένο.

Ο Αγάς Τζισδαράκης, για να εξασφαλίσει ασβέστη για το χτίσιμό του τζαμιού φαίνεται πως κατέστρεψε έναν από τους κίονες του ναού του Ολυμπίου Διός. Αν και η οικοδομική αυτή πρακτική δεν ήταν ασυνήθιστη την περίοδο εκείνη, επικρατούσε η αντίληψη ότι η καταστροφή των αρχαίων μνημείων επέφερε μελλοντικές συμφορές. Συνήθως μάλιστα οι Τούρκοι, αντίθετοι με οποιαδήποτε μετακίνηση ή καταστροφή αρχαίων μνημείων, τιμωρούσαν αυστηρά τους βέβηλους.

Ο Τζισδαράκης προσπαθώντας να αποφύγει τις συνέπειες της πράξης του, δωροδόκησε τον πασά του Ευρίπου, υπεύθυνο για την Αθήνα και ανώτερό του, στέλνοντάς του δεκάδες πουγκιά με γρόσια. Η πράξη του όμως δεν συγχωρέθηκε με αποτέλεσμα να καθαιρεθεί από το κονάκι του βοεβόδα, το λεγόμενο Διοικητήριο.

Στην απόφαση αυτή συνετέλεσε και η επιδημία πανώλης που ξέσπασε την ίδια περίοδο στην πόλη, η οποία αποδόθηκε στην καταστροφή της κολώνας του Δία, κάτω από την οποία ήταν θαμμένη η αρρώστια… Εξαιτίας των πολυάριθμων θυμάτων της πανώλης το Τζαμί από τότε θεωρήθηκε καταραμένο.

Ως μουσουλμανικό τέμενος λειτούργησε μόνο για 62 χρόνια, αφού η Ελληνική Επανάσταση που ακολούθησε σήμανε και το τέλος της οθωμανικής κυριαρχίας στην Αθήνα.

Μετά την ίδρυση του Ελληνικού Κράτους το 1830, χρησιμοποιήθηκε ως φυλακή, ως χώρος άσκησης των στρατιωτικών μουσικών και ως αποθήκη. Αυτό μαρτυρούν τουλάχιστον τα τσιγάρα, η φλογέρα και άλλα μικροαντικείμενα που βρέθηκαν χωμένα στα κονιάματα των τοίχων, κατά τις εργασίες αποκατάστασης του μνημείου, μετά τους σεισμούς του 1981.

Από το 1918 το Τζαμί παραχωρήθηκε στο Μουσείο Ελληνικών Χειροτεχνημάτων και μετατράπηκε σε εκθεσιακό χώρο. Το μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης όπως μετονομάστηκε, φιλοξενήθηκε εκεί ως το 1973, όπου και μετακόμισε στη οδό Κυδαθηναίων 17. Από τότε το Τζαμί λειτουργεί ως παράρτημα του μουσείου φιλοξενώντας μια εντυπωσιακή συλλογή κεραμικών, ενώ παραμένει το μόνο επισκέψιμο τζαμί της Αθήνας.


Το «μιχράμπ», ιερό, στον ανατολικό τοίχο φέρει τη γνωστή θολωτή κατασκευή των σταλακτιτών.


Το Τζαμί αποτελείται από μια τετράγωνη αίθουσα προσευχής και στεγάζεται με ημισφαιρικό τρούλο.