Τα τελευταία 25 χρόνια, η Ελλάδα καταγράφει αυξητική τάση στα καιρικά φαινόμενα που προκαλούν σημαντικές κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες, αλλά και ανθρώπινες απώλειες. Σύμφωνα με στοιχεία της μονάδας Meteo του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών, βασισμένα στη βάση δεδομένων HIWE-DB (High-impact Weather Events), την περίοδο 2000-2025 σημειώθηκαν 633 καιρικά επεισόδια με κοινωνικοοικονομικές επιπτώσεις και 294 θάνατοι, με μέσο όρο περίπου 11 ανθρώπινων απωλειών ετησίως.
Τα δεδομένα αναδεικνύουν την αυξανόμενη σημασία της παρακολούθησης και της πρόληψης ακραίων καιρικών φαινομένων, καθώς η Ελλάδα αντιμετωπίζει ολοένα και συχνότερα έντονες βροχοπτώσεις, καταιγίδες, καύσωνες και άλλες φυσικές καταστροφές με σοβαρές συνέπειες για την κοινωνία και την οικονομία.
Η Δρ Κατερίνα Παπαγιαννάκη, ειδική Λειτουργική Επιστήμονας στο Ινστιτούτο Ερευνών Περιβάλλοντος και Βιώσιμης Ανάπτυξης (ΙΕΠΒΑ) του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών και μέλος της ομάδας Μeteo, εξηγεί στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ότι η ανάλυση της περιόδου 2000–2025, χωρισμένης σε δύο 13ετίες, αποκαλύπτει σαφή αύξηση των ακραίων καιρικών φαινομένων.
«Τα επεισόδια με κοινωνικοοικονομικές επιπτώσεις αυξάνονται κατά 58%, τα επεισόδια με σοβαρές επιπτώσεις κατά 35% και οι ανθρώπινες απώλειες κατά 72%. Αυτό δείχνει ότι δεν μιλάμε μόνο για περισσότερα επεισόδια, αλλά για επεισόδια με σοβαρότερες επιπτώσεις, λαμβάνοντας υπόψη και το συνολικό τους συσσωρευτικό αποτύπωμα και τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις που προκύπτουν, ειδικά από τα σοβαρά επεισόδια», υπογραμμίζει η Δρ Κατερίνα Παπαγιαννάκη. Το 2025 είναι το πρώτο έτος χωρίς ανθρώπινες απώλειες από καιρικά φαινόμενα από το 2000, εξαιρουμένων των απωλειών από καύσωνες, για τους οποίους δεν υπάρχουν άμεσα συγκρίσιμα και επαρκώς τεκμηριωμένα στοιχεία.
Όσον αφορά τις περιοχές που συγκεντρώνουν τέτοιους είδους επεισόδια, σύμφωνα με την Δρ Κατερίνα Παπαγιαννάκη, στα αστικά κέντρα, λόγω και της δόμησης, καταγράφονται τα περισσότερα, χωρίς ωστόσο αυτό να σημαίνει οπωσδήποτε ότι είναι και τα πιο σοβαρά καθώς μέσα στην περίοδο που εξετάζεται, 2000-2025, περιοχές της περιφέρειας, όπως στη Θεσσαλία, στη Χαλκιδική, την Εύβοια, επλήγησαν από καιρικά επεισόδια με πολύ σοβαρές κοινωνικοοικονομικές επιπτώσεις αλλά και ανθρώπινες απώλειες.

Η ομάδα της μονάδας ΜΕΤΕΟ του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών έχοντας αναπτύξει τη βάση δεδομένων HIWE-DB (High-impact Weather Events), καταγράφει συστηματικά καιρικά επεισόδια με κοινωνικοοικονομικές επιπτώσεις στην Ελλάδα από το 2000, κατηγοριοποιώντας τα σε τρία επίπεδα ανάλογα με τη σοβαρότητα και την ένταση των φαινομένων. Όπως επισημαίνει η Δρ Κατερίνα Παπαγιαννάκη, δεν καταγράφουν απλώς τα φαινόμενα, αλλά τις επιπτώσεις τους στην κοινωνία και την οικονομία (πχ ζημιές έως και καταστροφές σε υποδομές, κατοικίες και οχήματα, προβλήματα στις μετακινήσεις και στη λειτουργία βασικών υπηρεσιών, ανθρώπινες απώλειες). Παράλληλα, όπως εξηγεί, δεν καταγράφουν μόνο τα ακραία επεισόδια, αλλά και τα μικρότερης εμβέλειας, καθώς τους βοηθούν να μελετήσουν πιο ολοκληρωμένα την τρωτότητα σε τοπικό επίπεδο.
«Χωρίς συστηματική καταγραφή, κάθε επεισόδιο αντιμετωπίζεται ως μεμονωμένο. Με τα δεδομένα μας μπορούμε να εντοπίσουμε μοτίβα, επαναλαμβανόμενη τρωτότητα και να στηρίξουμε τόσο την επιστημονική έρευνα όσο και τη δημόσια ενημέρωση. Πρόκειται ουσιαστικά για ένα εργαλείο μνήμης κινδύνου. Παράλληλα, μας επιτρέπει να αποτιμούμε και τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις, όπως τη σωρευτική υποβάθμιση υποδομών, τη χρόνια διαταραχή μετακινήσεων και υπηρεσιών και τη σταδιακή αύξηση της τρωτότητας περιοχών που πλήττονται επανειλημμένα», σημειώνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η Δρ Κατερίνα Παπαγιαννάκη.
Σύμφωνα με την ίδια, αυτό που αναδεικνύεται όλο και περισσότερο είναι η ανάγκη της ανθεκτικότητας. «Η επιστημονική έρευνα δείχνει ότι η κλιματική αλλαγή εξελίσσεται κοντά στα δυσμενέστερα σενάρια, σε συνδυασμό με τη συνεχιζόμενη χρήση ορυκτών καυσίμων. Σε ένα κλίμα που θερμαίνεται, τα ισχυρά καιρικά φαινόμενα τείνουν, όταν εκδηλώνονται, να εμφανίζουν αυξημένη ένταση και διάρκεια. Αυτό καθιστά ακόμη πιο αναγκαία τη συνολική προσέγγιση της ανθεκτικότητας.
Η έννοια της ανθεκτικότητας στηρίζεται σε όλα τα επίπεδα της επιστημονικής και θεσμικής δράσης που έχουν αναπτυχθεί τα τελευταία χρόνια. Περιλαμβάνει τη συστηματική παρακολούθηση και καταγραφή των φαινομένων, την πρόγνωση και την έγκαιρη προειδοποίηση, την επικοινωνία του κινδύνου προς τους πολίτες, καθώς και την ενίσχυση της ετοιμότητας και της προληπτικής κουλτούρας», υπογραμμίζει.

Ταυτόχρονα, «η ανθεκτικότητα συνδέεται άμεσα με τον τρόπο που σχεδιάζονται, συντηρούνται και λειτουργούν οι υποδομές. Το οδικό δίκτυο, τα τεχνικά έργα απορροής, οι περιοχές με αυξημένη κατολισθητική επικινδυνότητα και οι παλιές υποδομές αποτελούν κρίσιμους παράγοντες που καθορίζουν το μέγεθος των επιπτώσεων όταν εκδηλώνονται έντονα καιρικά φαινόμενα. Η βάση δεδομένων μάς βοηθά να τεκμηριώσουμε αυτή τη σχέση με στοιχεία», αναφέρει χαρακτηριστικά και προσθέτει ότι η τρέχουσα συγκυρία είναι ιδιαίτερα κρίσιμη, καθώς αυτή την περίοδο εκπονούνται χωροταξικά, τοπικά πολεοδομικά σχέδια σε όλη τη χώρα. Όπως επισημαίνει, πρόκειται για μια ευκαιρία που θα πρέπει να αξιοποιηθεί σε τοπικό επίπεδο, ώστε ο μελλοντικός χωρικός και πολεοδομικός σχεδιασμός να λαμβάνει υπόψη την τρωτότητα στην κλιματική αλλαγή. «Ο σχεδιασμός από εδώ και πέρα θα πρέπει να βασίζεται όχι μόνο στα σημερινά δεδομένα, αλλά και στο ιστορικό των καιρικών φαινομένων που έχουν προκαλέσει ζημιές σε κάθε περιοχή», σημειώνει.
Ιδιαίτερη βαρύτητα, σύμφωνα με την Δρ Κατερίνα Παπαγιαννάκη, θα πρέπει να δοθεί στις αλλαγές χρήσης γης, τονίζοντας ότι εκεί εντοπίζεται ένα μεγάλο μέρος των προβλημάτων των προηγούμενων δεκαετιών. Όπως εξηγεί, αγροτικές εκτάσεις μετατράπηκαν σε δομημένες περιοχές χωρίς επαρκή σχεδιασμό, ακόμη και πάνω σε ρέματα, σε εκτός σχεδίου περιοχές, όπου αναπτύχθηκαν από κατοικίες έως τουριστικές εγκαταστάσεις. «Τα προβλήματα που βλέπουμε σήμερα, όπως τα επαναλαμβανόμενα και σοβαρά πλημμυρικά φαινόμενα σε περιοχές όπως η Ρόδος, συνδέονται άμεσα με τις ιδιαιτερότητες κάθε περιοχής και με τον τρόπο που αναπτύχθηκε στο παρελθόν», καταλήγει.