Σε μάχη χαρακωμάτων βρίσκονται ιδιωτικές κλινικές και ασφαλιστικές εταιρείες για τις χρεώσεις υγείας στους ασφαλισμένους, που αποτελούν τη θρυαλλίδα, όπως ισχυρίζονται οι ασφαλιστικές εταιρείες, για την αναρρίχηση των τιμών στα ασφαλιστήρια συμβόλαια. Οι κάτοχοι ασφαλιστηρίων συμβολαίων υγείας βρίσκονται σε μια διαρκή διελκυστίνδα, ευρισκόμενοι ανάμεσα στην υφέρπουσα σκιαμαχία μεταξύ ασφαλιστικών εταιρειών και ιδιωτικών κλινικών. Η ασφαλιστική αγορά επανειλημμένα έχει αναδείξει δημόσια την ανάγκη άμεσων και ουσιαστικών παρεμβάσεων για τον εξορθολογισμό του κόστους υγείας, χωρίς ωστόσο να έχει υπάρξει πρόοδος μέχρι σήμερα.
Από την άλλη πλευρά, οι ιδιωτικές κλινικές απορρίπτουν την άποψη ότι ευθύνονται αποκλειστικά για τις αυξήσεις στα ασφαλιστήρια υγείας και υποστηρίζουν ότι το ζήτημα είναι πιο σύνθετο. Στη δημόσια συζήτηση, οι εκπρόσωποι των ιδιωτικών παρόχων υγείας προβάλλουν κυρίως τα εξής επιχειρήματα:
1. Το κόστος της ιατρικής τεχνολογίας και των νέων θεραπειών έχει αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια.
2. Μετά την πανδημία παρατηρείται μεγαλύτερη χρήση υπηρεσιών υγείας και περισσότερες νοσηλείες.
3. Η εφαρμογή σύγχρονων διαγνωστικών και θεραπευτικών μεθόδων (ρομποτική χειρουργική, ανοσοθεραπείες, προηγμένες απεικονίσεις κ.ά.) αυξάνει το κόστος περίθαλψης.
Υποστηρίζουν δε ότι οι τιμές των νοσηλίων δεν είναι ο μοναδικός παράγοντας που καθορίζει τα ασφάλιστρα, καθώς σε αυτά ενσωματώνονται και λειτουργικά κόστη των ασφαλιστικών εταιρειών, προμήθειες δικτύων πωλήσεων και φορολογικές επιβαρύνσεις.
Οι ασφαλιστικές
Σύμφωνα με την Ένωση Ασφαλιστικών Εταιρειών Ελλάδος, οι ασφαλιστικές εταιρείες δεν δημιουργούν ούτε διαμορφώνουν οι ίδιες τις δαπάνες υγείας. Τις καλύπτουν. Πληρώνουν το κόστος της περίθαλψης που λαμβάνουν οι ασφαλισμένοι τους από ιδιώτες παρόχους υγείας, όπως κλινικές και γιατρούς, μέσω των ασφαλίστρων που συγκεντρώνουν.
Όπως σημειώνει η Ένωση, οι ασφαλιστικές εταιρείες λειτουργούν με βάση το αυστηρό ευρωπαϊκό πλαίσιο Solvency II, το οποίο τις υποχρεώνει να διαθέτουν πάντα επαρκή κεφάλαια για να καλύπτουν τις υποχρεώσεις τους προς τους ασφαλισμένους. Όταν το κόστος των αποζημιώσεων αυξάνεται, οι εταιρείες χρειάζεται να προσαρμόζουν τα ασφάλιστρα. Διαφορετικά, υποχρεώνονται να βάλουν επιπλέον δικά τους κεφάλαια, ώστε να συνεχίσουν να πληρούν τις απαιτήσεις του Solvency II.
Επιπρόσθετα, η ΕΑΕΕ υπογραμμίζει ότι αν οι αυξήσεις περιορίζονταν σταθερά στο 7% ετησίως, όπως συνέβη το 2025, θα δημιουργούνταν σημαντικές κεφαλαιακές ανάγκες για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης με το Solvency II, οι οποίες εκτιμάται ότι θα υπερέβαιναν τα 5 δισ. ευρώ. Το ποσό αυτό αντιστοιχεί σε περισσότερο από το διπλάσιο των συνολικών ιδίων κεφαλαίων που διατηρεί σήμερα η ελληνική ασφαλιστική αγορά για όλους τους κλάδους (4,1 δισ. ευρώ).
Οι προτάσεις της ασφαλιστικής αγοράς
Οι ασφαλιστικές εταιρείες, μέσω της Ένωσης Ασφαλιστικών Εταιρειών Ελλάδος, έχουν καταθέσει συγκεκριμένες προτάσεις για τον περιορισμό του κόστους, όπως:
- η οριζόντια, σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, και για όλους τους πληρωτές εφαρμογή διαφανών και διεθνώς αναγνωρισμένων συστημάτων αποζημίωσης νοσηλειών (DRGs),
- η διεύρυνση της αδειοδότησης και λειτουργίας των Αυτόνομων Μονάδων Ημερήσιας Νοσηλείας στις μητροπολιτικές περιοχές Αθήνας και Θεσσαλονίκης, όπως ακριβώς και στη λοιπή χώρα, για τη διενέργεια επεμβάσεων μικρής και μεσαίας βαρύτητας,
- η επανεξέταση του καθεστώτος ΦΠΑ 24% στις ιδιωτικές υπηρεσίες υγείας,
- επέκταση της απαλλαγής των ασφαλίστρων υγείας από το φόρο ασφαλίστρων 15% σε όλες τις ηλικίες ή τουλάχιστον στις ηλικίες άνω των 65 ετών.
σύμπραξη Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ) μέσω συνεργασίας των ασφαλιστικών εταιρειών με δημόσια νοσοκομεία προς όφελος των πολιτών, των ασφαλισμένων και των εσόδων του κράτους.
Το κόστος της υγειονομικής κάλυψης
Τα τελευταία χρόνια υπάρχει σημαντική αύξηση του κόστους των υπηρεσιών υγείας: Το 2024 οι αποζημιώσεις των ασφαλιστικών εταιρειών αυξήθηκαν κατά περίπου 150 εκατ. ευρώ σε σχέση με το 2023, δηλαδή 21%. Η μέση ετήσια αύξηση των συνολικών αποζημιώσεων υγείας για το διάστημα 2020-2024 ανέρχεται σε 10,8%, ενώ ειδικά για την περίοδο 2022-2024 το ποσοστό αυτό εκτινάχθηκε στο 18,9%.
Η αύξηση του κόστους της υγειονομικής κάλυψης αποτελεί διεθνή πρόκληση, ως αποτέλεσμα της γήρανσης του πληθυσμού, των πληθωριστικών πιέσεων και της συνεχούς εξέλιξης της ιατρικής επιστήμης.
Ειδικότερα, η ενσωμάτωση νέων ιατρικών τεχνολογιών, καινοτόμων θεραπειών και προηγμένων διαγνωστικών μεθόδων, η οποία βελτιώνει σημαντικά τα αποτελέσματα για τους ασθενείς, συνεπάγεται και ιδιαίτερα υψηλό κόστος.
Στην Ελλάδα, η πίεση αυτή είναι εντονότερη λόγω συγκεκριμένων χαρακτηριστικών της αγοράς υγείας. Ο υψηλός βαθμός συγκέντρωσης στους ιδιωτικούς παρόχους, ιδιαίτερα στις νοσοκομειακές υπηρεσίες, σε συνδυασμό με την απουσία ενός ενιαίου και διαφανούς συστήματος τιμολόγησης, ενισχύουν τις ανοδικές πιέσεις στο κόστος.
Οι υπηρεσίες των ιδιωτικών νοσοκομείων στην Ελλάδα συγκαταλέγονται στις ακριβότερες στην Ευρώπη, φτάνοντας σε ορισμένες ιατρικές επεμβάσεις να είναι συγκρίσιμες ακόμη και με τα επίπεδα κόστους των Ηνωμένων Πολιτειών, ενώ επιβαρύνονται επιπλέον με ΦΠΑ 24%.
Σημειώνεται ότι η ελληνική ασφαλιστική αγορά καταβάλλει κάθε χρόνο αποζημιώσεις που προσεγγίζουν το 1 δισ. ευρώ για υπηρεσίες υγείας. Περίπου το 20% των αποζημιώσεων αυτών αντιστοιχεί σε φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις υπέρ του Δημοσίου.