Πρόσθεσε το Newsbeast στις προτεινόμενες πηγές σου στη Google

Η εξαγγελία της μείωσης προκαταβολής φόρου αναμένεται να αποτελέσει ένα από τα βασικά μέτρα που θα ανακοινώσει ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης από το βήμα της επικείμενης Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης το διήμερο 5 – 6 Σεπτεμβρίου, ενόψει μάλιστα και των επόμενων εθνικών εκλογών. Πρόκειται για μια αλλαγή που αφορά άμεσα χιλιάδες επιχειρήσεις και ελεύθερους επαγγελματίες, καθώς αγγίζει ένα από τα πιο «βαριά» σημεία της φορολογίας τους.

Η προκαταβολή φόρου είναι, με απλά λόγια, ένα ποσό το οποίο έως και σήμερα πληρώνεται εκ των προτέρων για τον φόρο της επόμενης χρονιάς. Δηλαδή, μια επιχείρηση δεν πληρώνει μόνο τον φόρο για τα κέρδη που είχε, αλλά και ένα μεγάλο μέρος του φόρου που υπολογίζεται ότι θα έχει στο μέλλον. Αυτό σημαίνει ότι δεσμεύονται χρήματα πριν καν δημιουργηθούν τα αντίστοιχα έσοδα.

Το σύστημα αυτό εφαρμόζεται εδώ και χρόνια, ωστόσο οι περισσότεροι το θεωρούν απολύτως άδικο, καθώς δημιουργεί σημαντικά προβλήματα. Πολλές επιχειρήσεις βλέπουν τα ταμειακά τους διαθέσιμα να μειώνονται απότομα, ειδικά σε περιόδους που τα έσοδα δεν είναι σταθερά. Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο έντονο όταν μια χρονιά είναι χειρότερη από την προηγούμενη. Σε αυτή την περίπτωση, ο φόρος που προκαταβάλλεται βασίζεται σε παλαιότερα, υψηλότερα κέρδη, κάτι που δεν ανταποκρίνεται όμως στην πραγματική οικονομική κατάσταση.

Σήμερα, μια επιχείρηση καλείται να προκαταβάλει το 80% του φόρου εισοδήματος που προκύπτει από τα κέρδη της προηγούμενης χρονιάς. Για τις δε τράπεζες το ποσοστό φτάνει στο 100%, ενώ για τους ελεύθερους επαγγελματίες και τις ατομικές επιχειρήσεις διαμορφώνεται στο 55%. Το ποσό αυτό πληρώνεται ταυτόχρονα με τον κύριο φόρο, με αποτέλεσμα η συνολική επιβάρυνση να είναι ιδιαίτερα υψηλή μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα.

Για πολλούς επαγγελματίες, αυτό μεταφράζεται σε πραγματική πίεση στην καθημερινότητα της επιχείρησης. Χρήματα που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για μισθούς, ενοίκια, προμήθειες ή επενδύσεις, καταλήγουν να καλύπτουν φορολογικές υποχρεώσεις έναντι του κράτους. Έτσι, περιορίζεται η δυνατότητα ανάπτυξης και δημιουργείται ανασφάλεια στον οικονομικό προγραμματισμό.

Ευρώ

Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, η μείωση της προκαταβολής φόρου θεωρείται από πολλούς απαραίτητη. Η βασική ιδέα του οικονομικού επιτελείου της κυβέρνησης είναι να μην καταργηθεί μεμιάς αλλά να μειώνεται σταδιακά το ποσοστό κάθε χρόνο, ώστε να ελαφρυνθεί το βάρος χωρίς να δημιουργηθεί δημοσιονομικό κενό. Το πόσο γρήγορα θα γίνει αυτή η μείωση θα εξαρτηθεί από την πορεία των εσόδων του κράτους και την κατάσταση της οικονομίας συνολικά.

Εάν το μέτρο προχωρήσει, τα οφέλη για την αγορά αναμένεται να είναι άμεσα. Οι επιχειρήσεις θα έχουν περισσότερα διαθέσιμα χρήματα στα ταμεία τους, κάτι που θα τους επιτρέψει να λειτουργούν πιο άνετα. Θα μπορούν να καλύπτουν πιο εύκολα τις βασικές τους υποχρεώσεις, αλλά και να σχεδιάζουν με μεγαλύτερη ασφάλεια τα επόμενα βήματά τους. Ιδιαίτερα σημαντική θεωρείται η αλλαγή για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις. Πρόκειται για επιχειρήσεις που συχνά δεν έχουν εύκολη πρόσβαση σε τραπεζικό δανεισμό και βασίζονται κυρίως στα δικά τους κεφάλαια για να λειτουργήσουν. Για αυτές, ακόμη και μια μικρή μείωση της προκαταβολής μπορεί να κάνει μεγάλη διαφορά στην καθημερινή τους λειτουργία.

Παράλληλα, η αύξηση της ρευστότητας μπορεί να οδηγήσει και σε περισσότερες επενδύσεις. Όταν μια επιχείρηση δεν πιέζεται ασφυκτικά από φόρους, έχει μεγαλύτερη δυνατότητα να επενδύσει σε εξοπλισμό, προσωπικό ή νέες δραστηριότητες. Αυτό, με τη σειρά του, μπορεί να ενισχύσει την ανάπτυξη και να δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας.

Ωστόσο η παρέμβαση αυτή δεν αναμένεται να είναι η μόνη. Σύμφωνα με τον σχεδιασμό, εξετάζεται ένα ευρύτερο πακέτο μέτρων που θα παρουσιαστεί μαζί. Σε αυτό περιλαμβάνονται η κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος, πιθανές μειώσεις σε φορολογικούς συντελεστές, αλλαγές στον τρόπο φορολόγησης των ελεύθερων επαγγελματιών, αλλά και παρεμβάσεις στις ασφαλιστικές εισφορές. Στόχος όλων αυτών των αλλαγών είναι να γίνει το περιβάλλον πιο φιλικό για την επιχειρηματικότητα. Να μειωθούν τα βάρη που αντιμετωπίζουν σήμερα οι επαγγελματίες και να δημιουργηθούν καλύτερες συνθήκες για ανάπτυξη. Σε κάθε περίπτωση, οι τελικές αποφάσεις θα εξαρτηθούν από τα δημοσιονομικά περιθώρια και την πορεία της οικονομίας. Ωστόσο, η κατεύθυνση φαίνεται να είναι σαφής: λιγότερη πίεση στην αγορά και περισσότερος χώρος για να αναπνεύσουν οι επιχειρήσεις και οι επαγγελματίες.