Η Revolut μετατράπηκε σε ρήμα για τις πληρωμές, αλλά το μεγάλο ερώτημα παραμένει αν μπορεί να γίνει και παραδοσιακή τράπεζα. Μετά την εξασφάλιση βρετανικής άδειας, ο Νικ Στορόνσκι στοχεύει τώρα στις ΗΠΑ και σε μια μυθική αποτίμηση 200 δισ. δολαρίων μέσω IPO (Αρχική Δημόσια Προσφορά, η διαδικασία κατά την οποία μια ιδιωτική εταιρεία προσφέρει για πρώτη φορά μετοχές της στο ευρύ κοινό, εισάγοντάς τις στο χρηματιστήριο). Παρά τα κέρδη μαμούθ ύψους 1,7 δισ. λιρών, οι αναλυτές αμφιβάλλουν για την ικανότητά της να κυριαρχήσει στον δανεισμό.

Ενώ διαθέτει 70 εκατομμύρια πελάτες, το χαρτοφυλάκιο πιστώσεων παραμένει ισχνό συγκριτικά με τους παραδοσιακούς κολοσσούς. Το 76% των εσόδων της προέρχεται από προμήθειες σε κρυπτονομίσματα και συνδρομές, γεγονός που την καθιστά περισσότερο τεχνολογικό «υπερ-παίκτη» παρά δανειστή. Η στρατηγική του Στορόνσκι βασίζεται στην οικοδόμηση εμπιστοσύνης, με την τραπεζική άδεια και την εισαγωγή στο χρηματιστήριο να αποτελούν τα «κλειδιά» για να πειστούν οι χρήστες να καταθέτουν τους μισθούς τους.

Οι αναλυτές της JPMorgan Chase σημείωσαν επίσης σε ενημερωτικό σημείωμα προς τους πελάτες τους την περασμένη εβδομάδα ότι οι περισσότεροι από 70 εκατομμύρια πελάτες της Revolut σε 40 χώρες ξεπερνούν σε αριθμό το συνδυασμένο μέγεθος των Monzo, Starling, N26, Bunq και Wise, και προσεγγίζουν εκείνο της JPMorgan Chase. Αυτή η κλίμακα βοήθησε τη Revolut να αποκτήσει μια αποτίμηση 13 φορές μεγαλύτερη από τα έσοδά της, συγκριτικά με περίπου τέσσερις φορές που ισχύει για άλλες εταιρείες fintech.

Στην Ιρλανδία η Revolut είναι πλέον κατεστημένο, όμως η επέκταση στα στεγαστικά δάνεια καθυστερεί. Οι επικριτές τονίζουν πως ο δανεισμός είναι ένα εντελώς διαφορετικό παιχνίδι που απαιτεί χρόνια υποδομών.

Ωστόσο, οι επενδυτές βλέπουν στην εταιρεία την «Amazon της Ευρώπης», ποντάροντας ότι θα ανατρέψει τα δεδομένα στις πιστώσεις, όπως ακριβώς έκανε και με τις διεθνείς συναλλαγές, σύμφωνα με τους Financial Times.