Η διαταραχή στις ροές ενέργειας μέσω των Στενών του Ορμούζ εντείνει τον κίνδυνο μιας παγκόσμιας επισιτιστικής κρίσης, καθώς οι αυξημένες τιμές φυσικού αερίου περιορίζουν την παραγωγή λιπασμάτων, ενώ άλλοι τομείς ανταγωνίζονται τη γεωργία για βασικές πρώτες ύλες και υποδομές μεταφοράς, σύμφωνα με προειδοποιήσεις traders.

Η στενή θαλάσσια δίοδος στον Περσικό Κόλπο διακινεί περίπου το ένα πέμπτο των παγκόσμιων εξαγωγών πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), καθώς και περίπου το ένα τρίτο του θαλάσσιου εμπορίου λιπασμάτων, γεγονός που την καθιστά κρίσιμο κόμβο όχι μόνο για τις ενεργειακές αγορές αλλά και για την παγκόσμια παραγωγή τροφίμων.

«Βρισκόμαστε σε οριακό σημείο», δήλωσε ο Πάμπλο Γκαλάντε Εσκομπάρ, επικεφαλής LNG της Vitol, μιλώντας στο FT Commodities Summit στη Λωζάνη την Τρίτη. Όπως ανέφερε, η μείωση των ροών LNG μέσω των Στενών έχει ήδη περιορίσει τη βιομηχανική κατανάλωση, με περίπου το 40% της πτώσης στη ζήτηση φυσικού αερίου να προέρχεται από εργοστάσια, ιδίως μονάδες παραγωγής λιπασμάτων, μετά τις επιθέσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ στο Ιράν στα τέλη Φεβρουαρίου. Το φυσικό αέριο αποτελεί βασική πρώτη ύλη για τα αζωτούχα λιπάσματα, όπως η αμμωνία.

«Αυτό δεν είναι βιώσιμο, διαφορετικά η ενεργειακή κρίση θα μετατραπεί σε επισιτιστική κρίση», προειδοποίησε, τονίζοντας ότι η μειωμένη διαθεσιμότητα λιπασμάτων θα επηρεάσει αρνητικά τις αποδόσεις των καλλιεργειών και θα αυξήσει τις τιμές των τροφίμων τις επόμενες περιόδους.

Την ίδια στιγμή, η διαταραχή στη ναυτιλία λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή, που περιλαμβάνει το κλείσιμο των Στενών από το Ιράν και τον επακόλουθο ναυτικό αποκλεισμό από τις ΗΠΑ, επεκτείνεται σε ολόκληρη την παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα, σύμφωνα με τους Financial Times. Η συμφόρηση στη Διώρυγα του Παναμά έχει ενταθεί, καθώς ασιατικοί αγοραστές στρέφονται στο αργό πετρέλαιο από τον Κόλπο των ΗΠΑ αντί για προμήθειες από τη Μέση Ανατολή, με τα δεξαμενόπλοια να υπερπλειοδοτούν έναντι πλοίων μεταφοράς χύδην φορτίου για περιορισμένες θέσεις διέλευσης.

Σύμφωνα με τη Λουίζα Φόλις, επικεφαλής ανάλυσης ξηρού φορτίου στην Clarksons, η κατάσταση αυτή έχει οδηγήσει σε αύξηση του κόστους μεταφοράς και καθυστερήσεις για πλοία που μεταφέρουν χαμηλότερης αξίας φορτία, όπως τα σιτηρά. Οι χρόνοι αναμονής στη Διώρυγα φτάνουν πλέον περίπου τις 40 ημέρες, καθώς οι διαχειριστές δεξαμενόπλοιων πληρώνουν εκατομμύρια δολάρια, για να παρακάμψουν τη σειρά προτεραιότητας.

Όπως ανέφερε, σε ορισμένες διαδρομές σιτηρών τα ναύλα έχουν ήδη αυξηθεί κατά 50% έως 60%, επιβαρύνοντας περαιτέρω τους αγρότες στις ΗΠΑ, οι οποίοι ήδη δυσκολεύονται να ανταγωνιστούν παραγωγούς χαμηλότερου κόστους, όπως η Βραζιλία. Τα αυξημένα κόστη μεταφοράς μειώνουν τα περιθώρια κέρδους και δυσχεραίνουν την πρόσβαση σε αναδυόμενες αγορές.

Παράλληλα, το αυξημένο κόστος καυσίμων για τα πλοία επιδεινώνει την κατάσταση, αναγκάζοντας τα να μειώνουν ταχύτητα και περιορίζοντας την αποτελεσματική χωρητικότητα στις αγορές ξηρού φορτίου. «Αυτό εισάγει αναποτελεσματικότητα σε ολόκληρο το σύστημα», σημείωσε η ίδια.

Οι αγροτικοί traders προειδοποιούν ότι οι αγορές δεν έχουν ακόμη αποτιμήσει πλήρως τον κίνδυνο παρατεταμένων διαταραχών στην προμήθεια λιπασμάτων και άλλων βασικών εισροών. Ο Βιτζάι Τσακραβάρθι, επικεφαλής διαχείρισης κινδύνου της Louis Dreyfus Company, μίας από τις μεγαλύτερες εταιρείες εμπορίας αγροτικών προϊόντων παγκοσμίως, υπογράμμισε ότι οι προσδοκίες για μια σύντομη σύγκρουση έχουν οδηγήσει σε υποεκτίμηση των επιπτώσεων.

«Η αγορά δεν έχει προεξοφλήσει μια μακροχρόνια διαταραχή. Κανείς δεν είναι προετοιμασμένος», δήλωσε, προσθέτοντας ότι ακόμα και έξι επιπλέον μήνες αναταραχής θα μπορούσαν να επηρεάσουν τον κύκλο καλλιεργειών του 2027.

Ο ίδιος επεσήμανε επίσης την αυξανόμενη ανταγωνιστικότητα για κρίσιμες πρώτες ύλες, όπως το θείο, το οποίο κατευθύνεται σε πιο κερδοφόρες βιομηχανικές χρήσεις, όπως η τήξη χαλκού, αφήνοντας τους παραγωγούς λιπασμάτων «στο τέλος της ουράς».

Παρά τα σχετικά επαρκή παγκόσμια αποθέματα σιτηρών, ο Τσακραβάρθι προειδοποίησε ότι οι αντιδράσεις των κυβερνήσεων ενδέχεται να ενισχύσουν το σοκ. Χώρες που ανησυχούν για την ασφάλεια των προμηθειών ενδέχεται να αυξήσουν τα αποθέματά τους, περιορίζοντας περαιτέρω τη διαθεσιμότητα στην παγκόσμια αγορά και αυξάνοντας τις τιμές, ιδιαίτερα για τις οικονομίες που εξαρτώνται από εισαγωγές.

«Όλοι αισθάνονται ότι η κυριαρχία τους κατά κάποιον τρόπο υπονομεύεται στην αλυσίδα εφοδιασμού», κατέληξε.