Σημαντικές πιέσεις στην ελληνική οικονομία, ακόμη και στο σχετικά ήπιο σενάριο αύξησης των διεθνών τιμών πετρελαίου καταγράφει ειδική μελέτη της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία αποτυπώνει με σαφήνεια το εύρος των επιπτώσεων που μπορεί να προκαλέσει η ενεργειακή αστάθεια.

Σύμφωνα με την ανάλυση του χρηματοπιστωτικού ιδρύματος, μια άνοδος της τιμής του πετρελαίου της τάξεως του 22% που δεν θα είναι παροδική αλλά θα μείνει σε αυτά τα επίπεδα για καιρό, δεν αποτελεί ακραίο σενάριο, ωστόσο αρκεί για να πυροδοτήσει πληθωριστικές πιέσεις και να επιβραδύνει αισθητά τον ρυθμό ανάπτυξης της χώρας.

Η κεντρική τράπεζα της χώρας μας ουσιαστικά αναθεωρεί με αυτό τον τρόπο τις εκτιμήσεις της για την πορεία της οικονομίας, χαμηλώνοντας τον πήχη της ανάπτυξης κάτω από το όριο του 2%.

Συγκεκριμένα, τοποθετεί τον ρυθμό μεγέθυνσης στο 1,9%, έναντι 2,4% που προβλέπεται στον κρατικό προϋπολογισμό, καταδεικνύοντας ότι το διεθνές περιβάλλον και κυρίως οι ενεργειακές εξελίξεις μπορούν να ανατρέψουν τις αρχικές προβλέψεις. Την ίδια ώρα, ο πληθωρισμός εκτιμάται ότι θα κινηθεί ελαφρώς υψηλότερα από το 3% φέτος, φτάνοντας στο 3,1%, με την ενέργεια να αποτελεί τον βασικό παράγοντα που τροφοδοτεί την άνοδο των τιμών.

Η μελέτη επιχειρεί με λίγα λόγια να ποσοτικοποιήσει τους κινδύνους για την ελληνική οικονομία από τις γεωπολιτικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, δίνοντας έμφαση στις επιπτώσεις που θα είχε μια αύξηση της τιμής του πετρελαίου τύπου brent. Για την εξαγωγή αξιόπιστων συμπερασμάτων, οι αναλυτές αξιοποίησαν δύο προηγμένα οικονομικά εργαλεία: το ετήσιο μακροοικονομικό υπόδειγμα, το οποίο χρησιμοποιείται ευρέως για την αποτύπωση των βασικών τάσεων της οικονομίας, και το στοχαστικό υπόδειγμα γενικής ισορροπίας, που επιτρέπει την προσομοίωση διαφορετικών σεναρίων και την αξιολόγηση των επιπτώσεων υπό συνθήκες αβεβαιότητας.

Το βασικό σενάριο που εξετάζεται ευθυγραμμίζεται με τις διεθνείς προβολές για την αγορά πετρελαίου και προβλέπει μια σταδιακή άνοδο των τιμών έως και σήμερα. Σε ετήσια βάση, η αύξηση τοποθετείται στο 22%, ενώ η διαταραχή χαρακτηρίζεται ως «προσωρινή», με διάρκεια οκτώ τριμήνων, ήτοι δύο ετών. Παρά τον σχετικά παροδικό της χαρακτήρα, η επίδραση στην οικονομία θεωρείται ισχυρή, καθώς συμπίπτει με μια περίοδο αυξημένων διεθνών πιέσεων και εύθραυστης ισορροπίας.

Η δε μετάδοση των επιπτώσεων στην πραγματική οικονομία πραγματοποιείται σύμφωνα με την ειδική μελέτη της Τράπεζας, μέσω τριών βασικών διαύλων.

  • Ο πρώτος αφορά το κόστος παραγωγής. Η ενέργεια αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για τη λειτουργία των επιχειρήσεων, από τη βιομηχανία έως τις υπηρεσίες. Όταν οι τιμές της αυξάνονται, οι επιχειρήσεις αναγκάζονται να αναπροσαρμόσουν το κόστος τους, μεταφέροντας σταδιακά τις επιβαρύνσεις στις τελικές τιμές προϊόντων και υπηρεσιών. Το αποτέλεσμα είναι η γενικευμένη άνοδος των τιμών στην αγορά.
  • Ο δεύτερος δίαυλος σχετίζεται με το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών. Η αύξηση του πληθωρισμού λειτουργεί ως έμμεση φορολογική επιβάρυνση, καθώς μειώνει την αγοραστική δύναμη των πολιτών. Τα νοικοκυριά καλούνται να δαπανήσουν μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους για βασικές ανάγκες (όπως ενέργεια και μεταφορές), γεγονός που περιορίζει τη δυνατότητα κατανάλωσης σε άλλους τομείς. «Αυτή η εξέλιξη έχει άμεσο αντίκτυπο στην ιδιωτική κατανάλωση, έναν από τους βασικούς πυλώνες της ελληνικής οικονομίας» επισημαίνει το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα.
  • Ο τρίτος δίαυλος αφορά την εξωτερική ζήτηση και τις διεθνείς οικονομικές σχέσεις της χώρας. Η ενεργειακή κρίση δεν περιορίζεται εντός συνόρων, αλλά επηρεάζει και τις οικονομίες των βασικών εμπορικών εταίρων της Ελλάδας. Καθώς οι ευρωπαϊκές οικονομίες δέχονται πιέσεις, η ζήτηση για ελληνικά προϊόντα και υπηρεσίες μειώνεται, επηρεάζοντας αρνητικά τις εξαγωγές.

Σε ό,τι αφορά το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, η εικόνα που διαμορφώνεται είναι σύνθετη και χαρακτηρίζεται από αντίρροπες δυνάμεις. Από τη μία πλευρά, η επιβράδυνση των εξαγωγών λόγω της ασθενέστερης εξωτερικής ζήτησης ασκεί πιέσεις. Από την άλλη, η αύξηση των τιμών της ενέργειας και η ταυτόχρονη μείωση των εισαγωγών –ιδίως επενδυτικών αγαθών– λειτουργούν περιοριστικά για το εμπορικό έλλειμμα. Η μελέτη εκτιμά ότι το 2026 ενδέχεται να καταγραφεί βελτίωση στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, κυρίως λόγω της υποχώρησης των εισαγωγών. Η εξέλιξη αυτή, ωστόσο, δεν προκύπτει από ενίσχυση της παραγωγικής δυναμικής, αλλά από την επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας και τη μείωση της ζήτησης για εισαγόμενα αγαθά.