Προ των πυλών είναι η επιστροφή στην εποχή των υψηλών επιτοκίων, με τις αγορές να προεξοφλούν πλέον έναν νέο κύκλο αυξήσεων στην Ευρωζώνη, στον απόηχο της έντασης στη Μέση Ανατολή και των αναζωπυρωμένων πληθωριστικών πιέσεων.

Το σενάριο που κερδίζει έδαφος θέλει την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να προχωρά έως και σε τρεις αυξήσεις επιτοκίων μέχρι το τέλος του έτους, οδηγώντας το βασικό επιτόκιο στο 2,75% από 2% σήμερα. Μπορεί να πρόκειται για μια «σκληρή» εκδοχή, ωστόσο αποτυπώνει τον αυξημένο βαθμό αβεβαιότητας που επικρατεί.

Η αλλαγή σκηνικού είναι απότομη. Μέσα σε λίγες εβδομάδες, οι προσδοκίες για σταθεροποίηση ή και αποκλιμάκωση των επιτοκίων υποχώρησαν, με τις αγορές να στρέφονται ξανά σε σενάρια σύσφιξης της νομισματικής πολιτικής. Ο βασικός λόγος δεν είναι άλλος από τον κίνδυνο νέας ανόδου στις τιμές της ενέργειας, που θα μπορούσε να αναζωπυρώσει τον πληθωρισμό.

Στεγαστικά δάνεια

Το πρώτο σήμα έχει ήδη δοθεί από το Euribor. Το επιτόκιο 3μήνου κινείται ανοδικά, φτάνοντας στο 2,13% από περίπου 1,9% στις αρχές Φεβρουαρίου, ενώ το 12μηνο Euribor αποτυπώνει την προσδοκία για περαιτέρω αυξήσεις. Πρόκειται για έναν δείκτη-«καθρέφτη» της αγοράς, που μεταφέρει άμεσα τις εξελίξεις στα δάνεια.

Για τους δανειολήπτες, η εξέλιξη αυτή μεταφράζεται σε αυξήσεις στις μηνιαίες δόσεις. Στην Ελλάδα, η πλειονότητα των στεγαστικών και επιχειρηματικών δανείων είναι κυμαινόμενου επιτοκίου, κάτι που σημαίνει ότι κάθε μεταβολή περνά σχεδόν αυτόματα στο κόστος εξυπηρέτησης.

Ήδη, οι πρώτες ανατιμολογήσεις έχουν ξεκινήσει και αποτυπώνονται στις δόσεις των δανείων. Για ένα μέσο στεγαστικό, ακόμη και μια μικρή αύξηση μπορεί να οδηγήσει σε αισθητή επιβάρυνση στον μηνιαίο προϋπολογισμό. Η πίεση είναι μεγαλύτερη για όσους βρίσκονται στα πρώτα χρόνια αποπληρωμής, όπου οι τόκοι αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος της δόσης.

Αντίστοιχα, τα δάνεια του προγράμματος «Σπίτι μου», αν και επιδοτούμενα κατά 50%, δεν μένουν ανεπηρέαστα. Το τελικό επιτόκιο διαμορφώνεται κοντά στο 1,9%, ωστόσο τυχόν νέα άνοδος του Euribor θα αυξήσει το κόστος, έστω και πιο ήπια.

Στο επιχειρηματικό μέτωπο, η εικόνα είναι ακόμη πιο πιεστική. Η αύξηση του κόστους χρήματος περιορίζει τη δυνατότητα δανεισμού και καθιστά πιο δύσκολη την υλοποίηση επενδύσεων. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, που στηρίζονται στον τραπεζικό δανεισμό, είναι αυτές που πλήττονται περισσότερο.

Η συγκυρία γίνεται πιο σύνθετη λόγω του Ταμείου Ανάκαμψης. Η επίσπευση των προθεσμιών για την υπογραφή συμβάσεων έως τα τέλη Μαΐου έχει δημιουργήσει έντονη κινητικότητα, ωστόσο εκτιμάται ότι αρκετές επιχειρήσεις δεν θα προλάβουν να ενταχθούν.

Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι ένα μέρος της αγοράς θα χάσει την πρόσβαση σε φθηνό δανεισμό, σε μια περίοδο που τα επιτόκια ανεβαίνουν. Παρά τη βραχυπρόθεσμη αύξηση της ζήτησης για δάνεια, η συνολική εικόνα παραμένει θολή.

Εμφανείς οι πιέσεις στην αγορά ακινήτων

Στην αγορά ακινήτων, οι πιέσεις είναι ήδη εμφανείς. Η ζήτηση για στεγαστικά δάνεια παραμένει χαμηλή, ενώ η άνοδος των επιτοκίων ενισχύει τη στάση αναμονής των νοικοκυριών. Τα σταθερά επιτόκια –που σήμερα κινούνται γύρω στο 3,8% με 3,9% για δεκαετία– λειτουργούν ως «ασπίδα», αλλά δεν είναι βέβαιο για πόσο.

Ακίνητα

Η εμπειρία της τελευταίας διετίας παραμένει νωπή. Το ενεργειακό σοκ του 2022 εκτόξευσε το Euribor από αρνητικά επίπεδα στο 3,9% μέσα σε λίγους μήνες, αυξάνοντας απότομα το κόστος δανεισμού. Αν και δεν αναμένεται επανάληψη αυτού του σεναρίου στην ίδια ένταση, η αγορά γνωρίζει πλέον πόσο γρήγορα μπορεί να αλλάξει το τοπίο.

Το βασικό ερώτημα είναι αν το σενάριο για επιτόκια στο 2,75% θα επιβεβαιωθεί ή θα παραμείνει μια ακραία εκτίμηση. Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και η προσδοκία αυτής της εξέλιξης αρκεί για να πιέσει την οικονομία.

Δανειολήπτες και επιχειρήσεις καλούνται να κινηθούν σε ένα περιβάλλον αυξημένου κόστους και αβεβαιότητας, με τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή να κρατούν το «κλειδί» για την επόμενη ημέρα. Το μόνο βέβαιο είναι ότι η εποχή των φθηνών χρημάτων δείχνει να απομακρύνεται – τουλάχιστον για την ώρα.