Η πολεμική ανάφλεξη στο Ιράν μετατρέπει τον άνθρακα ξανά σε «βασιλιά» της ασιατικής ενεργειακής ασφάλειας, καθώς οι ροές φυσικού αερίου μέσω του Στενού του Ορμούζ στραγγαλίζονται και οι τιμές εκτοξεύονται. Οι κυβερνήσεις από την Κίνα μέχρι το Μπανγκλαντές θυσιάζουν κλιματικούς στόχους για να κρατήσουν τα φώτα αναμμένα, μεταφέροντας φορτία από LNG σε κάρβουνο και παγώνοντας φιλόδοξες δεσμεύσεις απανθρακοποίησης.

Η Ασία, η μεγαλύτερη εισαγωγική αγορά LNG παγκοσμίως, βλέπει τον στρατηγικό κόμβο του Ορμούζ –από τον οποίο εξαρτώνται Κίνα, Ιαπωνία, Νότια Κορέα και Ινδία– να λειτουργεί πλέον ως «στενό πνιγμού» για το φυσικό αέριο, καθώς η ναυσιπλοΐα έχει σχεδόν παραλύσει μετά τα πλήγματα ΗΠΑ–Ισραήλ κατά του Ιράν. Η εκτόξευση των τιμών πετρελαίου και αερίου πυροδοτεί ένα νέο ενεργειακό σοκ, που ωθεί τις χώρες της περιοχής να στραφούν μαζικά στον άνθρακα, ο οποίος παραμένει φθηνότερος και διαθέσιμος εκτός Ορμούζ. Το θερμικό κάρβουνο έχει ενισχυθεί άνω του 17% από την αρχή του πολέμου, τη στιγμή που οι τιμές του ασιατικού φυσικού αερίου έχουν αυξηθεί πάνω από 60%, καθιστώντας τον άνθρακα «λύση ανάγκης» για ηλεκτροπαραγωγή.

Όταν ο άνθρακας κερδίζει το φυσικό αέριο

Από την Κίνα και την Ινδία έως το Μπανγκλαντές και τη Νότια Κορέα, οι κυβερνήσεις «ανοίγουν τις κάνουλες» της ηλεκτροπαραγωγής από άνθρακα για να αντισταθμίσουν τον κίνδυνο ελλείψεων σε φυσικό αέριο και το κόστος του LNG. Η κινεζική και ινδική παραγωγή κάρβουνου επιταχύνεται, ενώ χώρες χωρίς μεγάλα εγχώρια αποθέματα στρέφονται σε εξαγωγικές δυνάμεις όπως η Αυστραλία και η Ινδονησία, όπου ο πρόεδρος Πραμπόβο παρά τις δεσμεύσεις για πλήρη απολιγνιτοποίηση μέχρι το 2040 έχει διατάξει αύξηση της παραγωγής. Το κάρβουνο είναι ήδη η κυρίαρχη πηγή στο ενεργειακό μείγμα της Ασίας με πάνω από 40–50%, και η τρέχουσα κρίση ενισχύει αυτό που πολλοί αναλυτές αποκαλούν «καταστροφή ζήτησης φυσικού αερίου».

Στο Μπανγκλαντές, η κυβέρνηση κόβει τις ροές φυσικού αερίου προς μονάδες ηλεκτροπαραγωγής και λιπασματοβιομηχανίες, δίνοντας προτεραιότητα στην ισχύ από ανθρακικούς σταθμούς. Η Ταϊλάνδη επανεκκίνησε παροπλισμένες λιγνιτικές μονάδες και περιόρισε τις επιδοτήσεις καυσίμων, ενώ η Νότια Κορέα ήρε ένα αυστηρό εποχικό όριο 80% στη λειτουργία ανθρακικών μονάδων για να μειώσει προσωρινά την εξάρτηση από LNG, προκαλώντας την οργή περιβαλλοντικών οργανώσεων που κατηγορούν την κυβέρνηση ότι χρησιμοποιεί την «ενεργειακή ασφάλεια ως πρόσχημα».

Άνθρακας, φυσικό αέριο και πολιτική επιβίωσης

Στην Ιαπωνία, τη δεύτερη μεγαλύτερη εισαγωγική αγορά LNG μετά την Κίνα, ο άνθρακας εξακολουθεί να καλύπτει σχεδόν το ένα τρίτο του ενεργειακού μείγματος, όσο και το φυσικό αέριο, με το Τόκιο να αίρει για έναν χρόνο τους περιορισμούς στις παλαιότερες, πιο ρυπογόνες μονάδες για να διασφαλίσει την επάρκεια ρεύματος. Περίπου 4 εκατ. τόνοι LNG –το 6% των ιαπωνικών εισαγωγών– διέρχονται από το Ορμούζ και η αυξημένη χρήση των παλαιών ανθρακικών σταθμών υπολογίζεται ότι μπορεί να καλύψει περί τις 500.000 τόνους. Παράλληλα, φιλοβιομηχανικοί κύκλοι πιέζουν για ακύρωση του υπό εκκίνηση συστήματος εμπορίας ρύπων, το οποίο χαρακτηρίζουν «θανατική καταδίκη» για τα εργοστάσια άνθρακα.

Η Ινδία, που αντλεί περίπου το 60% της κατανάλωσης LNG από τον Κόλπο, μπαίνει στο καλοκαίρι με τον Ναρέντρα Μόντι να προειδοποιεί για «μεγάλη πρόκληση» λόγω της έκρηξης της ζήτησης σε ηλεκτρισμό. Παρά τους στόχους για μηδενικό ισοζύγιο εκπομπών το 2070 και τις τεράστιες επενδύσεις σε ΑΠΕ, ο άνθρακας εξακολουθεί να τροφοδοτεί τα τρία τέταρτα της ινδικής παραγωγής ρεύματος, με την κυβέρνηση να επανεκκινεί ακόμη και κλειστό θερμικό σταθμό της Tata Power και να καλεί εταιρείες όπως η Adani Power να διασφαλίσουν «υψηλή διαθεσιμότητα μονάδων και καύσιμου», σύμφωνα με τους Financial Times.

Σε αυτό το περιβάλλον, η Κίνα –ο μεγαλύτερος καταναλωτής άνθρακα και αγοραστής φυσικού αερίου στον κόσμο– βλέπει περίπου το ένα τέταρτο των εισαγωγών LNG να περνά επίσης από το Στενό του Ορμούζ, κάτι που εντείνει την ώθηση για αύξηση της εγχώριας εξόρυξης κάρβουνου καθώς ανατιμώνται οι θαλάσσιες εισαγωγές. Ο πόλεμος εδραιώνει την εικόνα του άνθρακα ως «ασφαλούς έσχατης λύσης» για την ενεργειακή ασφάλεια, προσφέροντας αυτό που δεν μπορούν να εγγυηθούν τα εισαγόμενα καύσιμα: φυσική διαθεσιμότητα εκτός στρατηγικών «λαιμών μπουκαλιού» και –προς το παρόν– χαμηλότερο κόστος σε σχέση με το φυσικό αέριο.