Σε παρατεταμένη αναμονή βρίσκεται η αγορά ακινήτων, με την οικοδομή να πληρώνει το τίμημα της αβεβαιότητας γύρω από τα «μπόνους δόμησης» του Νέου Οικοδομικού Κανονισμού (ΝΟΚ). Το 2025 εξελίσσεται σε χρονιά ισχυρής επιβράδυνσης για τον κλάδο, καθώς η δικαστική εκκρεμότητα και οι διαδοχικές προσφυγές έχουν δημιουργήσει ένα περιβάλλον ανασφάλειας που φρενάρει επενδυτικές αποφάσεις και νέες άδειες.
Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ αποτυπώνουν τη μεταστροφή του κλίματος. Στο ενδεκάμηνο Ιανουαρίου – Νοεμβρίου 2025 εκδόθηκαν πανελλαδικά 34.997 άδειες για κατοικίες, αριθμός μειωμένος κατά 20,6% σε σχέση με τις 44.090 άδειες του αντίστοιχου διαστήματος του 2024. Η πτώση αυτή ήρθε μετά από μια περίοδο σταδιακής ανάκαμψης της οικοδομικής δραστηριότητας και συνδέεται άμεσα με το «πάγωμα» που προκάλεσε η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας για τα ευεργετήματα δόμησης.
Η απόφαση του ΣτΕ, που ανακοινώθηκε στα τέλη του 2024 και δημοσιεύθηκε στις αρχές του 2025, ανέτρεψε το καθεστώς των πρόσθετων κινήτρων που προέβλεπε ο ΝΟΚ. Το αποτέλεσμα ήταν να δημιουργηθεί κενό ως προς το τι επιτρέπεται να χτιστεί και με ποιους όρους. Κατασκευαστές που είχαν προχωρήσει σε προσύμφωνα για αγορά οικοπέδων ή σε συμφωνίες αντιπαροχής βρέθηκαν αντιμέτωποι με την ανάγκη επαναδιαπραγμάτευσης, ενώ έργα που βρίσκονταν σε στάδιο ωρίμανσης μπήκαν στον «πάγο».
Χρειάστηκαν περίπου πέντε μήνες μέχρι το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας να φέρει ρυθμίσεις συμμόρφωσης, επιχειρώντας να διαμορφώσει μεταβατικό πλαίσιο. Ωστόσο, η αγορά δεν έχει ακόμη ανακτήσει πλήρως την εμπιστοσύνη της. Το ενδιαφέρον στρέφεται πλέον στη νέα κρίσιμη ημερομηνία που έχει μπροστά της η υπόθεση: στις αρχές Μαρτίου η Ολομέλεια του ΣτΕ αναμένεται να εξετάσει νέες προσφυγές κατά του Προεδρικού Διατάγματος που επιχείρησε να «θωρακίσει» – υπό προϋποθέσεις – άδειες οι οποίες αξιοποιούν τα ευεργετήματα του ΝΟΚ.

Η εκδίκαση αυτή θεωρείται κομβική. Αν το δικαστήριο αποδεχθεί τα αιτήματα ακύρωσης, το μεταβατικό πλαίσιο κινδυνεύει να τιναχθεί στον αέρα, με συνέπειες για έργα που ήδη έχουν ξεκινήσει ή βρίσκονται σε διαδικασία υλοποίησης. Αντίθετα, μια απόφαση που θα διατηρεί σε ισχύ τις ρυθμίσεις θα μπορούσε να αποκαταστήσει ένα ελάχιστο επίπεδο σταθερότητας.
Στο μεταξύ, οι επιπτώσεις είναι ορατές. Η καθυστέρηση στην έκδοση νέων αδειών συμπαρασύρει την οικοδομική δραστηριότητα, επηρεάζοντας εργολάβους, μηχανικούς, προμηθευτές υλικών και, ευρύτερα, μια αλυσίδα επαγγελμάτων που συνδέονται με τον κλάδο. Παράγοντες της αγοράς σημειώνουν ότι η ζήτηση για νεόδμητα ακίνητα παραμένει υπαρκτή, ωστόσο χωρίς σαφές θεσμικό πλαίσιο οι επενδύσεις μετατίθενται.
Ιδιαίτερο βάρος έχει και η στάση των τραπεζών, οι οποίες εμφανίζονται πιο προσεκτικές στη χρηματοδότηση έργων που στηρίζονται σε αμφισβητούμενα πολεοδομικά κίνητρα. Η αβεβαιότητα μεταφράζεται σε αυξημένο ρίσκο, κάτι που επηρεάζει τη ροή κεφαλαίων προς τον κατασκευαστικό κλάδο.
Παρά τη μερική αντιστροφή της τάσης από το καλοκαίρι και μετά, όταν άρχισαν να εκδίδονται εκ νέου άδειες με βάση τις νέες ρυθμίσεις, το συνολικό αποτύπωμα του 2025 παραμένει αρνητικό. Η οικοδομή, ένας από τους βασικούς πυλώνες της ελληνικής οικονομίας, βρίσκεται ουσιαστικά «όμηρος» μιας θεσμικής εκκρεμότητας.
Το βλέμμα όλων είναι στραμμένο στη δικαστική απόφαση που θα ξεκαθαρίσει το τοπίο. Μέχρι τότε, η αγορά θα συνεχίσει να κινείται με φρένο χειρός, περιμένοντας το σήμα που θα δείξει αν ο ΝΟΚ μπορεί να λειτουργήσει με σταθερούς κανόνες ή αν ο κλάδος θα εισέλθει σε έναν νέο κύκλο αναταράξεων.