Η Handelsblatt σε νέο της άρθρο για την ελληνική οικονομία, γράφει ότι επανήλθε θεαματικά μετά την κρίση του 2015.
Σύμφωνα με την Deutsche Welle, το άρθρο της Handelsblatt γράφει χαρακτηριστικά για το «εντυπωσιακό comeback» της ελληνικής οικονομίας μετά την κρίση του 2015, όταν «το τραπεζικό σύστημα βρέθηκε στα όρια της κατάρρευσης» και επιβλήθηκαν capital controls.
Επίσης, με βάση τα στοιχεία για τους πρώτους εννέα μήνες του 2025, «οι τέσσερις συστημικές τράπεζες κατέγραψαν συνολικά καθαρά κέρδη 3,53 δισ. ευρώ, έναντι 3,51 δισεκατομμυρίων στο αντίστοιχο περσινό διάστημα». Για όλο το 2025, οι αναλυτές εκτιμούν ότι τα κέρδη θα φτάσουν τα 4,7 δισ. ευρώ, γράφει η εφημερίδα.
Εκεί που το 2016 περισσότερα από τα μισά δάνεια δεν εξυπηρετούνταν, σήμερα το ποσοστό των «κόκκινων» δανείων έχει πέσει στο 3,6%, το χαμηλότερο επίπεδο από την είσοδο της Ελλάδας στο ευρώ. Η κεφαλαιακή επάρκεια παραμένει σταθερή, παρότι είναι ελαφρώς χαμηλότερη από τον μέσο όρο της ευρωζώνης.
Ωστόσο, το άρθρο επισημαίνει ότι «εξακολουθούν να υπάρχουν αδυναμίες, όσον αφορά την ποιότητα των ιδίων κεφαλαίων. Ένα σημαντικό μέρος τους αφορά τις αναβαλλόμενες επιστροφές φόρων (DTC), χρήματα που είχε παραχωρήσει στις τράπεζες το κράτος ως αντιστάθμισμα για το κούρεμα χρέους που επιβλήθηκε στα ελληνικά κρατικά ομόλογα το 2012». Οι τράπεζες σκοπεύουν πλέον να τις μειώσουν ταχύτερα και να τις εξαφανίσουν έως το 2034.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, οι τραπεζικές μετοχές συγκαταλέγονται στους πρωταγωνιστές της αγοράς, με τον σχετικό δείκτη να έχει αυξηθεί κατά 81% μέσα σε έναν χρόνο. Οι τράπεζες μοιράζουν ξανά μερίσματα, κάτι αδιανόητο την προηγούμενη δεκαετία.
«Η Goldman Sachs τις κατατάσσει ανάμεσα στις πιο ελκυστικές στην Ευρώπη» γράφει η Handelsblatt. Αναλυτές της Bank of America βλέπουν τον κλάδο «σε μια νέα φάση βιώσιμης οργανικής ανάπτυξης, η οποία δεν έχει ακόμη αποτυπωθεί πλήρως στις αποτιμήσεις».
Τέλος, ο Γιάννης Στουρνάρας τονίζει την ανάγκη προσεκτικής χορήγησης δανείων, επενδύσεων στην τεχνολογία και εγρήγορσης απέναντι σε κυβερνοεπιθέσεις. Καταλήγει δε πως ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι οι απρόοπτες γεωπολιτικές εξελίξεις.