Μια νέα επιστημονική μελέτη αποκαλύπτει ότι η άνοδος της θερμοκρασίας των ωκεανών απειλεί τον θρυλικό θερμόαιμο μεγάλο λευκό καρχαρία, ενώ το φαινόμενο δεν περιορίζεται μόνο σε αυτό το είδος, αλλά επηρεάζει και άλλους ισχυρούς θαλάσσιους θηρευτές.
Ορισμένοι από τους πιο ισχυρούς θηρευτές των θαλασσών είναι θερμόαιμα είδη που καταναλώνουν σχεδόν τέσσερις φορές περισσότερη ενέργεια σε σχέση με τα ψυχρόαιμα αντίστοιχά τους. Σε αυτή την κατηγορία ανήκει ο μεγάλος λευκός καρχαρίας, καθώς και ο καρχαρίας προσκυνητής της Ιρλανδίας. Η σπάνια αυτή ομάδα μεσοθερμικών ψαριών, που αποτελεί λιγότερο από το 0,1% όλων των ειδών, έχει την ικανότητα να διατηρεί μεταβολική θερμότητα, επιτρέποντας σε μέρη του σώματός τους να παραμένουν θερμότερα από το περιβάλλον θαλασσινό νερό. Αυτό τους προσφέρει αυξημένες ταχύτητες κολύμβησης, δυνατότητα μετακίνησης σε μεγάλες αποστάσεις και ενισχυμένη κυνηγετική απόδοση, σύμφωνα με σχετική ανακοίνωση.
Ωστόσο, το μέλλον τους πλέον διαγράφεται αβέβαιο. Νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό «Science» επισημαίνει ότι η κλιματική αλλαγή απειλεί την ισορροπία του περιβάλλοντός τους. Οι θερμοκρασίες των θαλασσών που καταγράφουν ιστορικά υψηλά επίπεδα αναμένεται να ωθήσουν τα είδη αυτά στα φυσιολογικά τους όρια, αναγκάζοντάς τα να καταδύονται σε μεγαλύτερα βάθη με χαμηλότερες θερμοκρασίες.
Επιστήμονες από το Τρίνιτι Κόλετζ του Δουβλίνου και τη Σχολή Κτηνιατρικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου της Πρετόρια ανέπτυξαν μια νέα τεχνική για τη μέτρηση του βαθμού κινδύνου που αντιμετωπίζουν τα υδρόβια είδη λόγω της κλιματικής αλλαγής. Όπως δήλωσε ο δρ Νίκολας Πέιν από το Τρίνιτι Κόλετζ, «τα αποτελέσματα ήταν πραγματικά εντυπωσιακά και οι επιπτώσεις ιδιαίτερα ανησυχητικές», επισημαίνοντας ότι οι ταχύτεροι και πιο ισχυροί θηρευτές των θαλασσών ενδέχεται να έχουν πλέον βρει έναν αντίπαλο που δεν μπορούν να ξεπεράσουν.
Οι ερευνητές δημιούργησαν ένα νέο πλαίσιο για την εκτίμηση του μεταβολικού ρυθμού σε ψάρια που κινούνται ελεύθερα, χρησιμοποιώντας μικροσκοπικούς αισθητήρες που καταγράφουν τη θερμοκρασία του σώματος και του νερού. Με τον τρόπο αυτό κατέστη δυνατή η κατανόηση της ποσότητας θερμότητας που παράγουν και χάνουν τα ψάρια σε πραγματικό χρόνο. Από την ανάλυση των δεδομένων, που περιλάμβαναν παράγοντες όπως το μέγεθος του σώματος και η θερμοκρασία, προέκυψε ότι τα μεσοθερμικά ψάρια καταναλώνουν περίπου 3,8 φορές περισσότερη ενέργεια από τα ψυχρόαιμα ψάρια ίδιου μεγέθους, σύμφωνα με το interestingengineering.
Ο δρ Πέιν εξηγεί ότι «μια αύξηση της θερμοκρασίας του σώματος κατά 10°C υπερδιπλασιάζει τον βασικό μεταβολικό ρυθμό ενός ψαριού», σημειώνοντας πως αυτό σημαίνει πρακτικά ότι οι θερμόαιμοι θηρευτές πρέπει να καταναλώνουν σημαντικά περισσότερη τροφή για να υποστηρίξουν τον τρόπο ζωής τους. Τόνισε επίσης ότι όσο μεγαλώνει το μέγεθος των ψαριών, το σώμα τους παράγει θερμότητα ταχύτερα από ό,τι μπορεί να την αποβάλει, δημιουργώντας μια ανισορροπία που σχετίζεται με βασικές αρχές της φυσικής και της γεωμετρίας.
Η κλιματική αλλαγή αναδεικνύεται πλέον σε έναν νέο «θηρευτή» για τα είδη αυτά. Εάν ξεπεραστεί το θεωρητικό όριο ισορροπίας θερμότητας, τα ψάρια ενδέχεται να υπερθερμανθούν, γεγονός που περιορίζει την ικανότητά τους να αποβάλλουν θερμότητα χωρίς να αλλάξουν συμπεριφορά ή φυσιολογία. Για παράδειγμα, ένας καρχαρίας βάρους ενός τόνου μπορεί να αρχίσει να αντιμετωπίζει δυσκολίες σε νερά με θερμοκρασία άνω των 17°C.
Ο καθηγητής Άντριου Τζάκσον από τη Σχολή Φυσικών Επιστημών του Τρίνιτι υπογράμμισε ότι «πάνω από αυτά τα όρια, τα ψάρια πρέπει να επιβραδύνουν, να τροποποιούν τη ροή του αίματος ή να καταδύονται σε ψυχρότερα βάθη για να αποφύγουν την επικίνδυνη αύξηση της θερμοκρασίας, κάτι που όμως έχει κόστος, καθώς δυσκολεύονται περισσότερο να εντοπίσουν ή να συλλάβουν την τροφή τους, ειδικά όταν το βασικό τους πλεονέκτημα είναι η ταχύτητα και η δύναμη».
Η έρευνα καταλήγει ότι οι θηρευτές υψηλής απόδοσης, που εδώ και χρόνια εντυπωσιάζουν για την ταχύτητα και την επιθετικότητά τους, ενδέχεται να βρεθούν αντιμέτωποι με σημαντικές προκλήσεις. Όπως σημειώνεται στην ανακοίνωση, «αυτό που προκαλεί ιδιαίτερη ανησυχία είναι ότι τα ζώα αυτά ήδη λειτουργούν με περιορισμένο ενεργειακό περιθώριο, ενώ η κλιματική αλλαγή περιορίζει ακόμη περισσότερο τις επιλογές τους, γεγονός που καθιστά κρίσιμη την κατανόηση αυτών των περιορισμών για την πρόβλεψη των αλλαγών στα θαλάσσια οικοσυστήματα τις επόμενες δεκαετίες».