Συναντήσαμε τη Ραφίκα Σαουίς στο Θέατρο Μαβίλη, ένας νέος θεατρικός χώρος -και ο πρώτος που εγκαθίσταται στην πλέον ζωντανή και πολυσύχναστη πλατεία στην καρδιά της Αθήνας. Το ραντεβού δόθηκε, λίγο πριν το ανέβασμα της παράστασης «Αγαμέμνων, ο κύκλος του αίματος», σε σύλληψη και σκηνοθεσία της ίδιας της Ραφίκας Σαουίς, που έκανε πρεμιέρα την Παρασκευή 13 Μαρτίου.

Μία παράσταση που ξεχώρισε -από την την παγκόσμια κιόλας πρεμιέρα της στο ιστορικό La MaMa Experimental Theatre Club της Νέας Υόρκης και συνέχισε με τις sold out εμφανίσεις στο Θέατρο Ακροπόλ– για τη σύγχρονη ματιά της πάνω στο αρχαίο δράμα και τη ριζοσπαστική σκηνική της γλώσσα. Και ταιριάζει με τη φιλοσοφία του Θεάτρου Μαβίλη, το οποίο δίνει ιδιαίτερη έμφαση στη νέα ελληνική δραματουργία, στις σύγχρονες μορφές θεατρικής αφήγησης και στη συνύπαρξη διαφορετικών καλλιτεχνικών προσεγγίσεων από την Ελλάδα και το εξωτερικό.

Η Ραφίκα Σαουίς μας υποδέχτηκε με μεγάλη εγκαρδιότητα στο νέο τους υπέροχο και ζεστό χώρο, όπου μιλήσαμε για την παράσταση, αλλά και για όσα συμβαίνουν γύρω μας και πώς συνδέονται με το έργο «Αγαμέμνων, ο κύκλος του αίματος», που τελικά αυτός δεν κλείνει ποτέ και σήμερα το βλέπουμε με τον πλέον δραματικό τρόπο.

– Πώς ξεκίνησε η ιδέα να φτιάξετε ένα δικό σας χώρο, το Θέατρο Μαβίλη;

Ξεκίνησε από την αγάπη που υπάρχει για το θέατρο, είναι η δουλειά μας. Υπήρχε αυτός ο χώρος, ήταν εικαστικός χώρος, την οποία είχε στη δικαιοδοσία του ο αδελφός μου, ο οποίος και μπόρεσε να φτιάξει και να υλοποιήσει αυτόν το χώρο και νομίζω ότι μετά από 20 χρόνια δουλειάς και σε μια γειτονιά σαν τη Μαβίλη που είναι μια από τις πιο ζωντανές γειτονιές της Αθήνας, αποφασίσαμε να τολμήσουμε αυτό το εγχείρημα κι ελπίζω να πάει καλά αυτό το ταξίδι.

Ραφίκα Σαουίς

– Επειδή έχεις εμπειρία και από διεθνείς σκηνές, έχεις φέρει και στοιχεία του εξωτερικού εδώ, να τα ενσωματώσεις;

Εγώ καθόλου, γιατί το αισθητικό αποτέλεσμα του θεάτρου ανήκει στον Μιχάλη Αργυρού, ο οποίος είναι εικαστικός και αρχιτέκτονας και γνωρίζει πάρα πολύ καλά το αντικείμενο, έχει μια πολύ δικιά του αισθητική, οπότε και όλη αυτή η αισθητική του χώρου είναι η δική του ματιά, την οποία και προσωπικά εμπιστεύομαι γιατί συνεργαζόμαστε δημιουργικά, χρόνια και στις 4 παραστάσεις που έχω σκηνοθετήσει είναι ο σκηνογράφος και art director.

– Πώς είναι ως εμπειρία να ανεβαίνεις στη σκηνή στη Νέα Υόρκη;

Όταν ήμουν μικρή στο δημοτικό ακόμα, με είχε πάρει η μητέρα μου και είχαμε δει στην Πετρούπολη την ιστορική παράσταση του La MaMa Theatre της Έλεν Στιούαρτ, τις «Τρωάδες», που ήταν μια εκπληκτική παράσταση, πολύ παραστατική κι έντονα σωματική. Μια πολύ ενδιαφέρουσα και ιδιαίτερη ανάγνωση των Τρωάδων. Γενικότερα, η Έλεν Στιούαρτ θεωρείται από τις πλέον σημαντικές δημιουργούς και σκηνοθέτριες της αμερικανικής σκηνής. Στυλοβάτης της ανεξάρτητης σκηνής, μαύρη σκηνοθέτρια, με μια πολύ δυνατή προσωπικότητα έδωσε στο αμερικανικό θέατρο πιστεύω κάτι το εντελώς διαφορετικό, σε μια βαθιά πατριαρχική τότε σκηνή. Η μεγάλη της αγάπη ήταν η αρχαία τραγωδία. Οπότε, ερχόταν συχνά στην Ελλάδα, έχει ανεβάσει πάρα πολλά έργα αρχαίας τραγωδίας και οι Τρωάδες ήταν από τις αγαπημένες μου παραστάσεις. Συνεπώς ήταν για εμένα όνειρο ζωής να βρίσκομαι και να συνεργάζομαι με την ομάδα της στο La MaMa Theatre με αυτό το τεράστιο έργο του Αισχύλου.

– Ήταν δική σου επιλογή ο Αγαμέμνονας;

Το La MaMa Theatre το 2019 είχε ενδιαφερθεί για μια παράσταση που είχα σκηνοθετήσει τη Europeana σε συμπαραγωγή με την Εναλλακτική Σκηνή στην Αμερική. Δεν έγινε, γιατί ήρθε ο COVID οπότε ματαιώθηκαν τα σχέδια. Ωστόσο είχαμε κρατήσει επαφή, εγώ είχα παρουσιάσει πάλι την «Έρημη χώρα» του Τ. Σ. Έλιοτ στο Μπρούκλιν σε έναν πολιτιστικό χώρο, πριν από δύο χρόνια, όπου ήρθαν στην παράσταση κι έτσι προέκυψε μια ανοιχτή πρόσκληση από εκείνους, να συνεργαστούμε. Ο Αγαμέμνονας είναι ένα από τα πιο αγαπημένα μου έργα και από τα πιο δύσκολα κείμενα στο παγκόσμιο θέατρο. Εγώ επέλεξα να κάνω μια διασκευή πάνω στον Αγαμέμνονα κρατώντας, βέβαια, πιστά το κείμενό του, ωστόσο το θέτω σε διάλογο με σύγχρονες μαρτυρίες από τον πόλεμο της Μέσης Ανατολής, όπως συμβαίνει την τελευταία πενταετία. Και από την προσωπική μου εμπειρία, από την μεριά του πατέρα μου η καταγωγή μου που είναι συριακή, έχω ακούσει ιστορίες απώλειας, πολέμου, γιατί και ο πατέρας μου έφυγε πολύ μικρός από τη Συρία -ήταν δικτατορία και είχαν φύγει πολλοί άνθρωποι διότι όπως συμβαίνει σε μια δικτατορία δεν έχεις ελευθερία, ούτε λόγο και κινδυνεύει η ζωή σου ανά πάσα στιγμή. Επομένως, έφυγαν πολύ νωρίς, ζώντας την εμπειρία της εξορίας ουσιαστικά. Ο παππούς μου ήταν δημοσιογράφος, άνθρωπος των γραμμάτων και των τεχνών, στα 50 αυτά χρόνια ο μπαμπάς μου δεν έχει επιστρέψει ποτέ ξανά στον τόπο του και ακόμα και αν δεν είναι η δική μου άμεση εμπειρία, καταλαβαίνω πώς είναι. Και εγώ δεν έχω μπορέσει ποτέ να πάω στη Συρία, δεν την ξέρω. Γεννήθηκα και μεγάλωσα εδώ. Αλλά τα τελευταία χρόνια, ειδικά από το ’16 και μετά, επίσης ζούμε ανάμεσα σε συνεχείς πολέμους. Είμαστε μάρτυρες μιας τραγικής κατάστασης.

– Σε σημείο που είναι πια σαν να συνηθίζουμε αυτή την κατάσταση.

Είναι γείτονες μας η Μέση Ανατολή, μας επηρεάζει στα πάντα και η πληροφορία είναι τόσο άμεση που δεν μπορείς να πεις ότι δεν βλέπεις τις εικόνες ή ότι δεν τι γίνεται. Δεν ξέρεις, επίσης, τι μπορεί να συμβεί, πώς μπορούν να αλλάξουν τα δικαιώματά σου, πώς μπορούν να αλλάξουν οι συνθήκες σου μέσα σε μια στιγμή. Είμαστε μια γενιά που ζούμε διαρκώς σε έναν άμεσο ή έμμεσο πόλεμο, γιατί και η οικονομική κρίση ήταν μια μορφή πολέμου για εμάς. Δεν θα ξεχάσω ποτέ όταν έκλεισαν οι τράπεζες και κανείς δεν μπορούσε να έχει πρόσβαση στον λογαριασμό του. Ο τρόμος της κάθε οικογένειας με παιδιά, να είσαι παππούς ή γιαγιά. Οπότε, για να επανέλθω στην ερώτηση για το θέατρο, η επιλογή του να γίνει ένα θέατρο και αυτό με κάθε κόστος -γιατί δεν είναι εύκολο να φτιάξεις ένα θέατρο- εμπεριέχει μία τεράστια ευθύνη και ρίσκο, αλλά η ανάγκη μας να το κάνουμε, ήταν πρώτη απ’ όλα, όπως και η ανάγκη να δημιουργήσεις μία κοινότητα, ένα «κουκούλι», στο οποίο να μπορείς να παίρνεις μία ανάσα, όχι μόνο εσύ, αλλά και οι συνεργάτες σου και το κοινό, αφού κάθε φορά που ανοίγει ένας χώρος Τέχνης είναι μία ανάσα. Είναι πολύ σημαντικό, γιατί δεν εκτιμάται ο πολιτισμός στην εποχή μας. Θεωρούν ότι είναι ο τελευταίος τροχός της αμάξης, το βλέπουμε από τη λογοκρισία που υπάρχει, από το πώς τον πολεμάνε, δίνοντας ελάχιστα λεφτά. Ο πολιτισμός είναι από τους βασικότερους πυλώνες της δημοκρατίας και της ευημερίας ενός ανθρώπου, δεν μπορείς να υπάρξεις, χωρίς πολιτισμό. Είναι η αναπνοή μας.

– Πάντως, ο κόσμος πηγαίνει στο θέατρο.

Οι Έλληνες αγαπάνε πάρα πολύ το θέατρο. Είναι μαγικό το πόσες παραστάσεις υπάρχουν, πόσα θέατρα είναι γεμάτα, πόσο πολύ ο κόσμος αγαπάει το θέατρο.

– Σίγουρα, δεν είναι όλο το κοινό που πηγαίνει στο θέατρο, «εκπαιδευμένο», αλλά δεν έχει αυτό σημασία. Σωστά;

Δεν έχει σημασία, δεν πηγαίνεις στο θέατρο για να πάρεις πτυχίο. Eίναι ένας χώρος, όπου συμφωνούν πολλοί άνθρωποι να σιωπήσουν, να ενεργοποιήσουν τις αισθήσεις τους, να νιώσουν, να ακούσουν, να γελάσουν, να κλάψουν, να αγαπήσουν, να μετακινηθούν, να σκεφτούν. Eίναι ένας κοινός συλλογικός χρόνος σκέψης και αλληλεπίδρασης και αντίδρασης, τι πιο ωραίο είναι αυτό.

– Με τον Αγαμέμνονα, τι θα συμβεί με το κοινό που θα έρθει να δει την παράσταση;

Ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να συμβεί με το κοινό. Κάθε παράσταση είναι πάντα μια νέα εμπειρία για όλους μας.

Ραφίκα Σαουίς

– Εσύ το σκέφτεσαι αυτό γενικά όταν ανεβάζεις μια παράσταση;

Και από τη βασική μου ιδιότητα ως ηθοποιός και όταν σκηνοθετώ, με ενδιαφέρει να είναι τα πράγματα καταρχήν κατανοητά, με ενδιαφέρει να είναι κατανοητά και σε εμένα, δηλαδή να είναι καθαρό το τι θέλω να πω, τι είναι αυτό που θέλουμε να πούμε, ποιος είναι ο στόχος, τι επικοινωνούμε. Σαν να κάνεις ένα διάλογο με κάποιον όπου ξέρεις τι θέλεις να πεις, τι θέλεις να επικοινωνήσεις στον άλλον. Δεν μπορείς να απλά να αερολογείς ή να κουνάς το δάχτυλο, οπότε είναι σημαντικό να υπάρχει διαύγεια ως προς την πρόθεση και τον στόχο, να μην υπάρχουν εκπτώσεις. Δηλαδή να περάσει ο άλλος καλά για να μπορέσεις να ταξιδέψεις κι εσύ και εκείνος και μαζί να κάνετε ένα όμορφο ταξίδι. Άλλες φορές το πετυχαίνεις, άλλες όχι.

– Πώς αντιμετωπίζεις αυτές τις φορές που δεν το πετυχαίνεις;

Η αποτυχία είναι συγκλονιστικά ωφέλιμη στα πάντα στη ζωή. Το να τρως τα μούτρα σου, είναι βάλσαμο, αλλά στον Αγαμέμνονα, συγκεκριμένα, επειδή είναι μία παράσταση, η οποία έκανε πρεμιέρα τον Νοέμβριο του ’24 στο La MaMa Theatre, μετά τις εκλογές, με το που είχε βγει ο Ντόναλντ Τραμπ και προκάλεσε έντονες συζητήσεις, είχε πολύ ενδιαφέρον το ότι το κοινό μετά είχε την ανάγκη να καθίσει να συζητήσουμε, αισθανόταν εκτόνωση, γιατί έβλεπε πράγματα για τα οποία δεν μιλάνε εύκολα. Υπάρχει φίμωση στην Αμερική, οπότε αισθάνθηκαν μια εκτόνωση το να βλέπουν κάποια πράγματα και να λέγονται κάποια πράγματα και η παράσταση λειτούργησε και αρκετά ανακουφιστικά. Νομίζω επειδή ήταν η θεματική του κειμένου τέτοια, γιατί το έργο μιλάει για τον πόλεμο, για την ύβρη της εξουσίας, για το πώς οι άνθρωποι ισοπεδώνουν τους άλλους στο όνομα της δόξας, της φήμης, της επέκτασης, το οποίο -όπως λέει ο μέγας Ρίτσος- είναι «μία τεράστια ψευδαίσθηση».

Στην παράσταση τι θα δούμε;

Η original εκδοχή της παράστασης λειτουργεί σαν ένας πολυμεσικός μονόλογος και λέω «πολυμεσικός», γιατί ο ηθοποιός συνομιλεί με δύο παράλληλες ταινίες: ένα ντοκιμαντέρ, το οποίο τραβήχτηκε από εικόνες όπως συμβαίνουν τώρα στη συνοριογραμμή σε διαφορετικές χώρες της Μέσης Ανατολής, αλλά και στην Ελλάδα. Καθώς και σκηνές που θυμίζουν πολιτικό θρίλερ με στοιχεία παρωδίας, στο οποίο παίζουν ο Μάνος Βακούσης, ο Σαμουήλ Ακίνολα, ο Κρις Ραντανοφ και 25 ακόμη ηθοποιοί, που εκτυλίσσεται παράλληλα και δημιουργεί μια ταχύτατη εναλλαγή εικόνων όπως συμβαίνει και στα social media. Η εικόνα λειτουργεί ως ο Χορός της ιστορίας.

Ραφίκα Σαουίς

– Την Κλυταιμνήστρα πώς θα τη δούμε;

Και η Κλυταιμνήστρα για μένα είναι μία άλλη Ιφιγένεια, είναι μία μάνα που ουσιαστικά διαλύει το σύστημα, γιατί όταν σκοτώνει τον Αγαμέμνονα, δεν σκοτώνει τον άντρα ή τον πατέρα. Σκοτώνει τον ηγεμόνα, ο οποίος εξαιτίας του πολέμου έχει διαλύσει μια σωρεία παιδιών, έχουν πεθάνει αθώοι, ξεκινάει από το παιδί του το ίδιο και συνεχίζει με δεκάδες χιλιάδες παιδιά.

– Αυτή είναι και μία πτυχή της προσωπικότητας της Κλυταιμνήστρας που δεν τη γνωρίζαμε.

Έχει ενδιαφέρον σε έναν μύθο να αναρωτηθούμε με ποιο πρίσμα έχει γραφτεί, γιατί δεν παύει να ήταν μια κοινωνία όπου οι γυναίκες ήταν στην άκρη και ήταν πολύ δύσκολο να σηκώσει το ανάστημά της. Και μπορεί ο όρος «πατριαρχία» να είναι σύγχρονος, αλλά αν το αναλύαμε με σύγχρονους κοινωνικούς όρους, είναι ένα πρίσμα πατριαρχικό και την πατριαρχία την βλέπουμε πολύ συχνά στην αρχαία τραγωδία. Σε ένα μεγάλο έργο υπάρχουν πολλές διακλαδώσεις που μπορείς να φιλοσοφήσεις. Εδώ, όμως, στον κύκλο του αίματος που δεν τελειώνει ποτέ, βλέπεις ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται, με διαφορετικούς επεκτατικούς πολέμους για τη φήμη, τη δόξα… δεν ήταν επομένως ιερός ο πόλεμος στην Τροία ή ένας πόλεμος για την ωραία Ελένη αλλά ήταν ένας πόλεμος φήμης. Η Κλυταιμνήστρα, δεν είναι απλά εκείνη που σκοτώνει τον Αγαμέμνονα, αλλά εκείνη που προσπαθεί να διαλύσει ένα σύστημα: ότι οι άντρες όταν γυρίζουν από τον πόλεμο, γίνονται ήρωες και οι γυναίκες είναι φιμωμένες πάντα. Σε έναν πόλεμο, είναι απίστευτο το θράσος των ανθρώπων να κόβουν το μέλλον, γιατί όταν σκοτώνεις παιδιά, σκοτώνεις το μέλλον. Το βλέπουμε και με τη Γάζα και παντού όπου πεθαίνουν εκατομμύρια παιδιά με οποιοδήποτε άδικο και βίαιο τρόπο.

Ραφίκα Σαουίς

– Εσύ είσαι μισή Ελληνίδα από την πλευρά της μητέρας σου και μισή Σύρια από την πλευρά του πατέρα σου…

Είχα κάνει το 2018 τις «Τρωάδες» στο Μουσείο Μπενάκη, σε εγκατάσταση. Έμπαινες μέσα και κάθε δωμάτιο ήταν μια σκηνή του έργου. Ήταν μια διαδραστική εγκατάσταση, εκεί, λοιπόν, στο τελευταίο δωμάτιο που λεγόταν «Άγονη Γη», ήταν 10 χορευτές από την Ελλάδα που ερεύνησαν τις μετακινήσεις της οικογένειάς τους, τρεις γενεές πίσω μέχρι σήμερα. Κανείς δεν καταγόταν από τον Σωκράτη. Είμαστε όλοι μετανάστες. Είναι ψευδαίσθηση να πιστεύεις ότι δεν έχεις χιλιάδες καταγωγές μέσα σου και ότι είσαι «δανεικός» σε ένα κράτος που γεννιέσαι κατά τύχη. Από τύχη, από συγκυρία γεννιέσαι στην Ελλάδα, στην Αμερική, στη Γάζα. Αυτά που σε δένουν είναι η γλώσσα, οι ρυθμοί της κοινωνίας και οι συνθήκες της ζωής σου. Οπότε, η νοοτροπία της διαφορετικότητας στον εγκέφαλο κάποιων, είναι φασισμός. Είναι μια ακροδεξιά αντίληψη. Δεν υπάρχει η έννοια της διαφορετικότητας στην πραγματικότητα, γιατί όλοι είμαστε διαφορετικοί και μοναδικοί θα έλεγα.

– Κλείνοντας, το κοινό έχει μια ακόμη ευκαιρία να δει το «Αγαμέμνων: ο κύκλος του αίματος» πριν ξεκινήσει την ευρωπαϊκή της περιοδεία.

Στο Θέατρο Μαβίλη για πρώτη φορά παρουσιάζεται η παράσταση, όπως ακριβώς εμφανίστηκε στο La MaMa Theatre και όπως πηγαίνει στην ευρωπαϊκή της περιοδεία. Εντάσσεται στο πλαίσιο stages of resistance του ιδρύματος Θεοχαράκη. Ένα πρόγραμμα που παρουσιάζει παραστάσεις documentary fiction. Μετά από την Αθήνα, θα πάμε στο Φεστιβάλ Νέου Δράματος στη Μπρατισλάβα τον Μάιο, τον Ιούνιο μάς έχουν καλέσει στο Διεθνές Φεστιβάλ της Στοκχόλμης και συνεχίζουμε. Στην Αθήνα παίζουμε για λίγες παραστάσεις κάθε παρασκευή και Σάββατο έως τις 4 Απριλίου.

Η παράσταση

Βασισμένο στον Αισχύλο, το έργο μεταφέρει τον Αγαμέμνονα στη σύγχρονη πολιτική πραγματικότητα ενός δυτικού κράτους, στο τέλος ενός πολέμου όπου όλοι έρχονται αντιμέτωποι με τη ματαιότητα της ανθρώπινης ύπαρξης. Η ιστορία ξαναγράφεται από τη σκοπιά της Κλυταιμνήστρας – όχι ως εκδικητή, αλλά ως εγκλωβισμένου ανθρώπου που προσπαθεί να σπάσει τον τοίχο της ίδιας του της πραγματικότητας. Όταν επιχειρεί να αντισταθεί, μετατρέπεται σε στιγματισμένη φιγούρα: θύμα και θήραμα ταυτόχρονα, μια σύγχρονη Ιφιγένεια στο όνομα μιας «δικαιοσύνης» που ισοπεδώνει τα πάντα.

Τα πολλά πρόσωπα ενός πολέμου συμπυκνώνονται σε έναν καταιγιστικό πολυμεσικό μονόλογο. Επί σκηνής, η Ραφίκα Σαουίς μεταμορφώνεται διαρκώς: Κλυταιμνήστρα. Συνοριοφύλακας. Πολιτικός. Μητέρα. Γυναίκα που έχασε την πατρίδα της.

Στο κινηματογραφικό σύμπαν της παράστασης, ο Μάνος Βακούσης εμφανίζεται στον ρόλο του Αγαμέμνονα, ο Σάμουελ Ακίνολα ενσαρκώνει τον Κήρυκα και ο Κρις Ραντάνωφ τον Αίγισθο στην οθόνη – δημιουργώντας έναν συνεχή διάλογο ζωντανής δράσης και φιλμικής αφήγησης.
Και θέτοντας ένα απογυμνωτικό, απολύτως σύγχρονο ερώτημα: Κερδίσαμε τον πόλεμο – και τώρα πώς θα συνεχίσουμε τη ζωή μας;

Σύλληψη, σκηνοθεσία: Ραφίκα Σαουίς
Συγγραφέας: Αισχύλος, Γιάννης Ρίτσος 
Ερμηνεύει: η Ραφίκα Σαουίς 
Ηθοποιοί (στο βίντεο): Μάνος Βακούσης (Αγαμέμνων), Ραφίκα Σαουίς (Κλυταιμνήστρα), Κρις Ραντάνοφ (Αίγισθος), Σαμουήλ Ακινόλα  (Κήρυκας), Rada (Κασσάνδρα), Ιωάννα Αγγελίδη (κορυφαία χορού) 
Χορός: Αντιμάντο  Παύλος, Aμπατζόγλου Γεωργία, Μπριάνας Θανάσης, Άκης Καραγιάννης , Αγγέρου Κουλουλία, Δήμος Λόλας, Κωνσταντίνος Μιχαλάς, Αγγελική Παπαδημητρίου, Άννυ Θεοδούλου, Μιχάλης Θεοδωράκης, Ιωάννα Ζέρβα, Ελένη Ζαφείρη, Μουσταφά 

Παραστάσεις: κάθε Παρασκευή στις 21:00 και Σάββατο στις 19:30
Προπώληση: ticketservices.gr

ΘΕΑΤΡΟ ΜΑΒΙΛΗ
Δορυλαίου 10-12, Πλατεία Μαβίλη