Το ΕΜΣΤ, μετά τις εκθέσεις της Λήδας Παπακωνσταντίνου, του Ιάνη Ξενάκη, και του Θόδωρου, συνεχίζει τη συστηματική προσπάθεια επανεξέτασης της ιστορίας της ελληνικής τέχνης του 20ου αιώνα και της σύνδεσής της με τον ευρύτερο διεθνή κοσμοπολιτικό διάλογο.

Έτσι, στο πλαίσιο των προσπαθειών αυτών, φέρνει στην άνοιξη τρεις νέες ατομικές εκθέσεις σημαντικών Ελλήνων δημιουργών που δεν είναι πια στη ζωή. Πρόκειται για τους Νίκη Καναγκίνη (1933-2008), Στάθη Λογοθέτη (1925-1997), και Γιάννη Χρήστου (1926-1970), που όπως τόνισε η καλλιτεχνική διευθύντρια του ΕΜΣΤ, Κατερίνα Γρέγου και οι τρεις αυτές περιπτώσεις «συγκροτούν έναν κοινό άξονα επαναπροσέγγισης της ελληνικής πρωτοπορίας των δεκαετιών του 1950-1980, εστιάζοντας σε δημιουργούς της ίδιας γενιάς, των οποίων το έργο διαμορφώθηκε σε συνθήκες έντονου πειραματισμού και ριζοσπαστικής αναζήτησης».

Όπως επίσης, μας εξήγησε, «πρόκειται για καλλιτεχνικές πρακτικές που αναπτύχθηκαν σε διάλογο με τα διεθνή ρεύματα της εποχής —την ευρωπαϊκή πρωτοπορία, τη μουσική avant-garde, και μια κοσμοπολίτικη αντίληψη του κόσμου εν γένει— αλλά βρέθηκαν σε ασύμμετρη, συχνά αμήχανη σχέση με το εγχώριο καλλιτεχνικό πλαίσιο. Ως αποτέλεσμα, οι μορφές αυτές παρέμειναν για δεκαετίες ελλειπτικά θεσμοθετημένες, αποσπασματικά παρουσιασμένες ή ερμηνευμένες μέσα από περιοριστικά σχήματα». Έτσι, οι τρεις αυτές εκθέσεις στο Μουσείο, λειτουργούν, ως πράξεις που αποκαθιστούν και συστήνουν εκ νέου ένα κομμάτι της πρόσφατης ελληνικής τέχνης σε ένα ευρύτερο κοινό. «Δεν αποσκοπούν απλώς στην αναδρομική παρουσίαση τριών σημαντικών δημιουργών, αλλά επιχειρούν να αναδείξουν το εύρος, τη συνέπεια και τη ριζοσπαστικότητα του έργου τους, υπογραμμίζοντας ρητά ή έμμεσα ότι αυτό δεν έχει ακόμη ενταχθεί επαρκώς στην κυρίαρχη αφήγηση της ελληνικής καλλιτεχνικής ιστορίας. Η επανατοποθέτησή τους δεν γίνεται μέσα από μια γραμμική ιστορική αφήγηση, αλλά μέσα από το ίδιο το υλικό της σκέψης και της πράξης τους», τονίζει η κα. Γρέγου.

Στην περίπτωση του Στάθη Λογοθέτη, η ζωγραφική ωθείται πέρα από τα όρια της παραδοσιακής, δισδιάστατης αναπαράστασης, ανάγεται στις στοιχειώδεις δομές της και καθίσταται αδιαχώριστη από το οργανικό: από το σώμα, το χώμα, το δέρμα, το αίμα και τη φθορά. Ο Γιάννης Χρήστου απελευθερώνει τη μουσική από τις συμβάσεις της επιτυγχάνοντας ένα ριζοσπαστικό κράμα ήχου, τελετουργίας και θεατρικού βιώματος. Η σπουδαιότητα του έργου της Νίκης Καναγκίνη πηγάζει από την πρωτοποριακή σύντηξη εκφραστικής φόρμας και ενός κριτικού λόγου που ανατέμνει τις κοινωνικές και πολιτισμικές πραγματικότητες του καιρού της, εντός του οποίου τοποθετείται και η διερεύνηση της θέσης των γυναικών. Πηγάζει επίσης από έναν ακούραστο πειραματισμό με ποικίλα εκφραστικά μέσα, που καθιστά το έργο της ένα από τα πλέον διεπιστημονικά παραδείγματα στην ελληνική μεταπολεμική τέχνη.

Ωδή στα πράγματα, 1990/Μεταλλικά τραπέζια, πηλός, ξύλο, μέταλλα, κλωστές, δέρμα φιδιού/Νίκη Καναγκίνη/Φωτογραφία: Πάρις Ταβιτιάν

Αναλυτικά οι τρεις νέες εκθέσεις στο ΕΜΣΤ

Γιάννης Χρήστου: Εναντιοδρομία
2 Απριλίου 2026 – 8 Νοεμβρίου 2026
Eπιμέλεια: Kωστής Ζουλιάτης

Ο Γιάννης Χρήστου (1926-1970) ανήκει στις μεγάλες μορφές της μουσικής πρωτοπορίας του 20ού αιώνα, παρόλο που σήμερα παραμένει ακόμα ελλειπτικά γνωστός στο καλλιτεχνικό σύμπαν. Όμως πέρα και από τη μουσική πράξη του, ο σπουδαίος Έλληνας δημιουργός υπήρξε ένας στοχαστής της τέχνης και της ανθρώπινης εμπειρίας. «Φιλοσοφώ και το αποτέλεσμα γίνεται μουσική», δήλωνε ο ίδιος – και για αυτό μπορεί να χαρακτηριστεί σήμερα όχι μόνο ως ένας φιλόσοφος του ήχου, αλλά και ένας ηχητικός φιλόσοφος. Το έργο του διακρίνεται από σπάνια ενότητα και συνέπεια, από τη ριζοσπαστική αντιμετώπιση των μουσικών και καλλιτεχνικών συμβάσεων, αλλά κυρίως από το πνευματικό υπόβαθρο το οποίο εμπνέει και διαπνέει τις συνθέσεις του: η δύναμη του μύθου, το υπερβατικό στοιχείο, η ζωογόνος σημασία της τελετουργίας, οι αρχέγονοι φόβοι του ανθρώπου, ο πανικός, η υστερία.

Από τον αδόκητο θάνατό του σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα – μόλις στα 44 του, ακριβώς στη δημιουργική ακμή του – μέχρι σήμερα, κάθε αναφορά στη ζωή και το έργο του Χρήστου ακολουθεί μια μυθολογική αφήγηση, τονίζοντας τα ανεκδοτικά στοιχεία του βίου του και τις μυστηριακές πτυχές τους. Η έκθεση στο ΕΜΣΤ θα αποτελέσει στην ουσία την πρώτη μεγάλη χειρονομία που έχει σκοπό να συστήσει τον δημιουργό μέσα από τα ίδια τα τεκμήρια της σκέψης και της πολυσχιδούς πράξης του. Το Αρχείο Γιάννη Χρήστου, που φυλάσσεται στο Κέντρο Έρευνας και Τεκμηρίωσης του Ωδείου Αθηνών, ανοίγει για πρώτη φορά σε ένα ευρύτερο κοινό προκειμένου να μας ξεναγήσει στο σύμπαν της έμπνευσης του δημιουργού, στον τρόπο σκέψης και τη μέθοδο δράσης του, τα σημεία τομής με άλλα πεδία της τέχνης, της φιλοσοφίας, της επιστήμης, της καθημερινής πράξης – της ανθρώπινης εμπειρίας, σύμφωνα με τον ίδιο.

Ο Γιάννης Χρήστου στο προσωπικό του στούντιο, c.1968 © Αρχείο Γιάννη Χρήστου/Κέντρο Ερευνών και Τεκμηρίωσης Ωδείου Αθηνών

Με τίτλο δανεισμένο από το ομότιτλο έργο του Χρήστου, η έκθεση παίρνει τη μορφή μιας παρτιτούρας αλλά και ενός αμφίδρομου χρονολόγιου – το οποίο θα ακολουθεί την παρουσία του συνθέτη καθώς αυτή εξελίσσεται στον χρόνο, αλλά και καθώς ανοίγεται στον χώρο. Εκτός από τεκμήρια, όπως αλληλογραφία, φωτογραφίες, παρτιτούρες, βιβλία, φιλοσοφικά κείμενα και χειρόγραφες σημειώσεις, ο εξειδικευμένος ηχητικός σχεδιασμός στον χώρο θα συγκεντρώνει τον ηχητικό κόσμο του Χρήστου, περιλαμβάνοντας από οπτικοακουστικά αποσπάσματα μέχρι ηχογραφήσεις ολόκληρων έργων.

Την επιμέλεια της έκθεσης, που γίνεται σε συνεργασία με το Ωδείο Αθηνών, έχει ο μουσικός-μουσικολόγος και Επιμελητής του Αρχείου Γιάννη Χρήστου, Κωστής Ζουλιάτης ενώ τον εκθεσιακό σχεδιασμό η αρχιτέκτονας Θάλεια Μέλισσα.
Εκθεσιακός χώρος: P2, 3ος Όροφος

Ποιος ήταν ο Γιάννης Χρήστου (Jani Christou)

Γεννήθηκε από Έλληνες γονείς στην Ηλιούπολη του Καΐρου στις 8 Ιανουαρίου 1926. Μεγάλωσε στην κοσμοπολίτικη Αλεξάνδρεια, φοίτησε στο αγγλικό κολέγιο Βικτόρια, ενώ μαθαίνοντας πιάνο από την Τζίνα Μπαχάουερ ξεκίνησε να συνθέτει από μικρή ηλικία. Στα μέσα της δεκαετίας του ’40, ταξίδεψε στην Αγγλία για να σπουδάσει Ηθικές Επιστήμες (Φιλοσοφία) στο King’s College του Πανεπιστημίου του Cambridge, σε έναν καιρό που δίδασκαν εκεί ο Ludwig Wittgenstein και ο Bertrand Russell. Παράλληλα, παρακολούθησε ιδιαίτερα μαθήματα αρμονίας και αντίστιξης με τον Hans Ferdinand Redlich – διακεκριμένο μουσικολόγο και μελετητή του Alban Berg – ενώ το 1949 μετακόμισε στην Ιταλία για να παρακολουθήσει τα θερινά τμήματα σύνθεσης στην Ακαδημία Κιτζιάνα της Σιένα, καθώς και σπουδές στην ενορχήστρωση με τον Angelo Francesco Lavagnino, γνωστό κυρίως για κινηματογραφικές συνθέσεις.

Αισχύλου Πέρσαι, 1965. Στιγμιότυπο από την παράσταση του Θεάτρου Τέχνης, σε σκηνοθεσία του Καρόλου Κουν. Φυλάσσεται στο Αρχείο Γιάννη Χρήστου /Κέντρο Ερευνών και Τεκμηρίωσης Ωδείου Αθηνών/άγνωστος φωτογράφος

Στις αρχές της νέας δεκαετίας, ο Χρήστου παρουσίασε τις πρώτες μεγάλες συνθέσεις του για ορχήστρα: Μουσική του Φοίνικα (1949-50), Συμφωνία αρ.1 (1951) – έργα που είχαν εντυπωσιακή πρεμιέρα στο Λονδίνο υπό τη διεύθυνση του Alec Sherman – για να ακολουθήσουν η Λατινική Λειτουργία (1953) και τα Έξι Τραγούδια σε ποίηση T. S. Eliot για πιάνο και μεσόφωνο (1955). Περιπλανήθηκε αρκετά στην Ευρώπη, μένοντας για ένα μικρό διάστημα στη Ζυρίχη, όπου ήρθε σε επαφή με το περιβάλλον του C. G. Jung, δίπλα στον μεγαλύτερο αδερφό του, Ευάγγελο (Εύη) Χρήστου (1923-1956), απόφοιτο του Ινστιτούτου Jung. Tο 1956 παντρεύτηκε την παιδική του φίλη Θηρεσία (Σία) Χωρέμη, ζωγράφο από τη Χίο, η οποία στήριξε τον Χρήστου σε όλες τις δημιουργικές αναζητήσεις του.

Το καλοκαίρι του ίδιου έτους, ο Εύης Χρήστου σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα στην Αίγυπτο – γεγονός που, στα χρόνια που ακολούθησαν, επηρέασε βαθιά τον ψυχισμό και τη δημιουργική συνέχεια του συνθέτη, αφού στον μεγάλο αδερφό χρωστούσε τα πάντα: τη μύησή του στον κόσμο της φιλοσοφίας, της ψυχολογίας, των πνευματικών αναζητήσεων. Πράγματι, οι δημιουργικές καταθέσεις του αραιώνουν για το υπόλοιπο της δεκαετίας: ενορχήστρωσε για ορχήστρα και μεσόφωνο τα Τραγούδια του Έλιοτ (1957) και ολοκλήρωσε τη Συμφωνία αρ.2 (1956-57), ενώ επιμελήθηκε την έκδοση του ημιτελούς συγγράμματος του αδερφού του με τίτλο Ο λόγος της ψυχής [The Logos of the Soul].

Μουσείο Τέχνης
Ο Γιάννης Χρήστου στον αρχαιολογικό χώρο των Δελφών, c.1963 ©Αρχείο Γιάννη Χρήστου/ Κέντρο Ερευνών και Τεκμηρίωσης Ωδείου Αθηνών

Το 1960 εγκαταστάθηκε οριστικά στην Ελλάδα, μοιράζοντας τον χρόνο του ανάμεσα στην Αθήνα και τη Χίο. Το συνθετικό ύφος του αποκτά εκρηκτικά χαρακτηριστικά: Patterns and Permutations ή Μετατροπές, Τοκάτα για Πιάνο και Ορχήστρα (1962) – αλλά και θρησκευτική αγωνία: Πύρινες Γλώσσες (1964), Μυστήριον (1966-69). Παράλληλα συνέθεσε μουσική για το αρχαίο ελληνικό δράμα, συνεργαζόμενος με το Εθνικό Θέατρο [Προμηθέας Δεσμώτης (1963), Αγαμέμνων (1965)] και το Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν [Πέρσες (1965), Βάτραχοι (1966), Οιδίπους Τύραννος (1969)]. Η ύστερη φάση της δημιουργίας του Χρήστου υπήρξε η πλέον ριζοσπαστική – επινοώντας μέχρι και δική του σημειογραφία με σύμβολα και ψυχολογικές ενδείξεις – αλλά και η πλέον παραγωγική: Πράξη για 12 (1966), H Κυρία με τη Στρυχνίνη (1967), Επίκυκλος (1968), μουσική για τον κινηματογραφικό Οιδίποδα (1968), Εναντιοδρομία (1968-69) και Αναπαραστάσεις – ένα σύνολο πολύτεχνων τελετουργιών, από το οποίο ολοκληρωμένα έργα είναι μόνο δύο: Αναπαράστασις Ι: αστρωνκατοιδανυκτερωνομηγυριν (1968) και Αναπαράστασις ΙΙΙ ή ο Πιανίστας (1969).

Από το 1968 εργάστηκε πυρετωδώς πάνω σε ένα φιλόδοξο σχέδιο: μια σύγχρονη όπερα μεγάλου διαμετρήματος, βασισμένη στην Ορέστεια του Αισχύλου, με την οποία θα περιόδευε σε Ευρώπη και ΗΠΑ. Δεν πρόλαβε να την παρουσιάσει ποτέ: τα ξημερώματα της 8ης Ιανουαρίου 1970, επιστρέφοντας από την ταβέρνα όπου έκανε το τραπέζι στους φίλους του για την ονομαστική του γιορτή και ενώ ξημέρωνε η μέρα των γενεθλίων του, ο Γιάννης Χρήστου σκοτώνεται μαζί με τη σύζυγό του Σία, σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα στην Αθήνα. Με τον τραγικό και αδόκητο θάνατό του, ο σύγχρονος μουσικός κόσμος χάνει ένα από τα συναρπαστικότερα και προκλητικότερα ταλέντα του, πάνω στην απόλυτη ακμή του.

Στάθης Λογοθέτης: Στη Γη
2 Απριλίου 2026 – 8 Νοεμβρίου 2026
Eπιμέλεια: Σταμάτης Σχιζάκης

Το ΕΜΣΤ διοργανώνει μεγάλη αναδρομική έκθεση του σημαντικού Έλληνα ζωγράφου Στάθη Λογοθέτη (1925-1997) με τίτλο Στη γη (Earth to Earth). Ο Λογοθέτης αποτέλεσε μια μοναδική περίπτωση καλλιτέχνη που διαμόρφωσε την καλλιτεχνική του πρακτική σε διάλογο με την Ευρωπαϊκή πρωτοπορία της εποχής του, αλλά ουσιαστικά χωρίς συνομιλητές στην Ελλάδα όπου εγκαταστάθηκε μετά το 1973.  Η δύναμη του έργου του προκύπτει από τη συχνά βίαιη ταύτιση των στοιχείων της ζωγραφικής, τον καμβά, το χρώμα, το τελάρο, με το ανθρώπινο σώμα, το δέρμα και το αίμα. Στο πλαίσιο των πειραματισμών του πραγματοποίησε καλλιτεχνικές δράσεις εμψύχωσης των ζωγραφικών του έργων με το ίδιο του το σώμα ή με τη συνεργασία του κοινού. Στη συνέχεια της καλλιτεχνικής του έρευνας ενσωμάτωσε στο έργο του τις φυσικές φθορές και το τυχαίο, εκθέτοντάς το  στα στοιχεία της φύσης.

Η Julia Logothetis και φίλη της μέσα σε έργα του Στάθη Λογοθέτη, περ.1975/ 1980 Ευγενική παραχώρηση της Julia Logothetis

Η έκθεση που θα διαρκέσει από τις 2 Απριλίου έως τις 20 Σεπτεμβρίου 2026, θα είναι η πρώτη αναδρομική παρουσίαση του καλλιτέχνη μετά την τελευταία του έκθεση το 1994 στη Θεσσαλονίκη. Θα περιλαμβάνει περίπου 70 έργα από κάθε περίοδο της καλλιτεχνικής του πορείας, ενώ θα συγκεντρώνει έργα από σημαντικές ιδιωτικές και δημόσιες συλλογές στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Παράλληλα, θα περιλαμβάνει πρωτογενείς και αδημοσίευτες πηγές από το προσωπικό αρχείο του καλλιτέχνη και θα αξιοποιεί πρωτότυπη έρευνα γύρω από το διασωζόμενο έργο του. Στόχος της έκθεσης είναι μια βαθύτερη κατανόηση των καλλιτεχνικών επιδιώξεων του Λογοθέτη, η ανάδειξη της μοναδικής θέσης του στην πρωτοπορία της εποχής του, καθώς και η αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για την καλλιτεχνική του πρακτική, εμπλουτισμένου από μια νέα οπτική γύρω από την οικολογία και την πολιτική του σώματος. Παράλληλα, η έκθεση θα αναδείξει τις πολλαπλές συνδέσεις ανάμεσα στο έργο του και τα γεγονότα της ταραχώδους κοσμοπολίτικης ζωής του, καθώς και τη δια βίου δημιουργική σχέση και συνεργασία με τον αδελφό του και αναγνωρισμένο ελληνοαυστριακό συνθέτη Ανέστη Λογοθέτη (1921–1994).
Σχεδιασμός έκθεσης: Γιάννης Αρβανίτης
Εκθεσιακός χώρος Ισογείου

Ποιος ήταν ο Στάθης Λογοθέτης

Γεννήθηκε στον Πύργο της Ανατολικής Ρωμυλίας (Μπουργκάς, Βουλγαρία) το 1925 και εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στη Θεσσαλονίκη το 1934. Ασχολήθηκε αρχικά με τη μουσική, εγκαταλείποντας τις σπουδές του στην ιατρική (1943). Πήρε δίπλωμα βιολιού από το Κρατικό Ωδείο της Θεσσαλονίκης (1951-1952) και συνέχισε στη Μουσική Ακαδημία της Βιέννης (1952-1953). Από το 1954 επέλεξε να αφοσιωθεί στη ζωγραφική. Μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1970 εργάστηκε κατά διαστήματα σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες (Δυτική και Ανατολική Γερμανία, Ιταλία, Γιουγκοσλαβία), με υποτροφίες του Ινστιτούτου Γκαίτε, του Ινστιτούτου Dante Alighieri, της D.A.A.D. κ.ά. Μετά το 1973 η μόνιμη κατοικία του ήταν στην Αθήνα.

Φωτογραφίες από την προετοιμασία έργων της σειράς Φύση κατά τη διαμονή του καλλιτέχνη στο Worpswede της Γερμανίας, 1978-1979/Ευγενική παραχώρηση της Julia Logothetis

Παρουσίασε το έργο του σε ατομικές, ομαδικές και διεθνείς εκθέσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Μεταξύ άλλων συμμετείχε στις διοργανώσεις: Avantgarde Griechenland (Βερολίνο, Φραγκφούρτη, Στουτγκάρδη, 1967-1969), 12η Μπιενάλε του Sao Paulo (1975), 9ο Φεστιβάλ Ζωγραφικής Cagnes-sur-mer (1977), όπου τιμήθηκε με ειδική διάκριση, Avanguardia e Sperimentazione (Μόδενα και Βενετία, 1978), Europalia (Βρυξέλλες, 1982) κ.ά.

Η καλλιτεχνική του δραστηριότητα σταμάτησε πρόωρα το 1987, όταν προσβλήθηκε από ανίατη ασθένεια που εξελίχτηκε σε παράλυση. Πριν από τον θάνατό του (Αθήνα 1997), το έργο του παρουσιάστηκε σε δύο αναδρομικές εκθέσεις, στη Galerie Satire της Χαϊδελβέργης (1990) και στην Αποθήκη 1 του Οργανισμού Λιμένος Θεσσαλονίκης (1994).

Πορτραίτο του Στάθη Λογοθέτη μπροστά από την επιτόπια παρέμβαση Συσχετίσεις στο Πόρτο Ράφτη, 1975/ Ευγενική παραχώρηση της Julia Logothetis

Νίκη Καναγκίνη: Ωδή στα πράγματα
Αναδρομική
2 Απριλίου 2026 – 8 Νοεμβρίου 2026
Eπιμέλεια: Τίνα Πανδή

Η έκθεση Ωδή στα πράγματα. Νίκη Καναγκίνη. Αναδρομική επιχειρεί μια συνολική επαναπραγμάτευση και επαναφήγηση του έργου της Νίκης Καναγκίνη (Αλεξανδρούπολη,1933 – Αθήνα, 2008), μιας από τις σημαντικότερες γυναίκες δημιουργούς της ελληνικής μεταπολεμικής τέχνης. Συγκεντρώνει ένα ευρύ και πολυδιάστατο σώμα έργων της καλλιτέχνιδας από τις αρχές της δεκαετίας του 1960 έως και το 2000 – από την επανέκθεση έργων μεγάλης κλίμακας που πρωτοπαρουσιάστηκαν στην 5η Μπιενάλε Tapisserie της Λωζάνης (1971) ή στην ατομική της έκθεση στην γκαλερί Ιόλα-Ζουμπουλάκη (1976) έως την ενεργοποίηση συμμετοχικών εγκαταστάσεων της. Στόχος της είναι να επανασυστήσει σημαντικές πτυχές του έργου της Νίκης Καναγκίνη γύρω από ζητήματα, όπως η γλώσσα του μοντερνισμού, η σχέση εφαρμοσμένων και καλών τεχνών, η συστηματική διερεύνηση της γραφής ως εικαστικής πράξης, η έμφυλη ταυτότητα και εμπειρία, η συμμετοχική και κοινωνιολογική διάσταση του έργου τέχνης.

Τριανταφυλλί, θαλασσί, τσαγαλί,1979/ Τσιμεντένια κολονάκια βαμμένα τριανταφυλλί και θαλασσί, βαμμένο πάτωμα, κισσός σε τενεκέ/Ιδιωτική συλλογή/Άποψη εγκατάστασης έκθεσης Ωδή στα πράγματα. Νίκη Καναγκίνη. Αναδρομική/Φωτογραφία: Πάρις Ταβιτιάν

Ο τίτλος της έκθεσης Ωδή στα πράγματα προέρχεται από το ομότιτλο ποίημα του Χιλιανού ποιητή Πάμπλο Νερούδα (1904-1973), που βρέθηκε στα αρχεία της καλλιτέχνιδας και αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για την ίδια. Οι καταληκτικοί στίχοι του ποιήματος του Νερούδα, «πολλά πράγματα / μου τα είπαν όλα. / Όχι μονάχα μ’ άγγιζαν / ή τ’ άγγιζε το χέρι μου, / αλλά συντρόφεψαν / έτσι την ύπαρξη μου» αντηχούν την καλλιτεχνική αναζήτηση και προσήλωση μιας σημαντικής δημιουργού στον καθημερινό μικρόκοσμο των πραγμάτων ως φορέων μνήμης, χρόνου και ταυτοτήτων.

Η έκθεση στο ΕΜΣΤ υπερβαίνει τη διερεύνηση των μορφολογικών μεταλλαγών των αντικειμένων στο έργο της Καναγκίνη και ανοίγεται σε καίρια πεδία της καλλιτεχνικής διαδρομής της, όπως ο επιτελεστικός χαρακτήρας τους, η πολυαισθητηριακή φύση τους και η πολυδιάστατη σύνδεση τους με την έμφυλη, (δια)πολιτισμική και κοινωνική συνθήκη. Η έκθεση έχει σχεδιαστεί ως μια συνολική εμπειρία, η οποία απευθύνεται σε «πιθανούς θεατές ή αναγνώστες», σύμφωνα και με τη διατύπωση που η ίδια χρησιμοποιούσε σε ορισμένα από τα Χειρόγραφά της.

Στην έκθεση θα παρουσιαστούν για πρώτη φορά σημαντικά έργα της Νίκης Καναγκίνη από το σύνολο που πρόκειται προσεχώς να δωρίσει η οικογένειά της στο ΕΜΣΤ.
Σχεδιασμός έκθεσης: Γιάννης Αρβανίτης
Εκθεσιακός χώρος 3ου ορόφου

Άποψη εγκατάστασης έκθεσης Ωδή στα πράγματα.Νίκη Καναγκίνη. Αναδρομική/Φωτογραφία: Πάρις Ταβιτιάν

Ποια ήταν η Νίκη Καναγκίνη

Γεννήθηκε στην Αλεξανδρούπολη το 1933. Σπούδασε στην École Cantonale de Dessin et d’Art Appliqué στη Λωζάννη (1951–1954) και στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας (1954–1958). Στη συνέχεια, πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Central School of Arts & Design του Λονδίνου (1958–1961). Η καλλιτεχνική της έρευνα διαμορφώνεται από τις αρχές του Bauhaus. Μετά από μια περίοδο αναζητήσεων που κινούνται στο πεδίο της αφαίρεσης, οδηγείται στην τεχνική της ταπισερί. Το 1962 επιστρέφει και εγκαθίσταται μόνιμα στην Αθήνα.

Την ίδια χρονιά πραγματοποιεί την πρώτη της ατομική έκθεση στη γκαλερί La Feluca στη Ρώμη και το 1965 στην Γκαλερί Μέρλιν στην Αθήνα. Το 1973 πραγματοποιεί ατομική έκθεση στην Αίθουσα Τέχνης Δεσμός, όπου εκθέτει, μεταξύ άλλων, το έργο με τίτλο «Νεκρή φύση απ’ τον χώρο εκκολαπτόμενης καταναλωτικής κοινωνίας», το πρώτο από ένα τριμερές έργο, το οποίο παρουσιάστηκε στη συνέχεια σε ένα συγκρότημα θερινών κατοικιών (Πόρτο Ράφτη, 1974) και στο εργοστάσιο ΙΖΟΛΑ (Θήβα, 1975).

Πορτρέτο της καλλιτέχνιδας στο εργαστήριο της, π. 1975. © Αρχείο Νίκης Καναγκίνη

Κατά τις δεκαετίες του 1970 και 1980 συνέχισε να παρουσιάζει το έργο της σε ατομικές εκθέσεις σε συνεργασία με αρχιτέκτονες, όπως ο Δημήτρης και η Σουζάνα Αντωνακάκη (γκαλερί Ιόλα–Ζουμπουλάκη, 1976) και ο Χρήστος Παπούλιας (Αίθουσα Τέχνης Αθηνών, 1986). Το 1993 παρουσιάζεται η έκθεσή της με τίτλο «Γένους Θηλυκού» στο Σπίτι της Κύπρου στην Αθήνα. Στο πλαίσιο της συνεργασίας της με την κριτικό Ελένη Βαροπούλου, η Καναγκίνη αναπτύσσει από τη δεκαετία του 1990 μια σειρά έργων περφόρμανς και εγκαταστάσεων, που παρουσιάζονται, μεταξύ άλλων, στο Φεστιβάλ Άργους (1996) και στη Θερινή Ακαδημία του Εθνικού Θεάτρου (2002–2004). Η Νίκη Καναγκίνη ανέπτυξε και σημαντικό διδακτικό έργο. Πέθανε το 2008 στην Αθήνα. Το 2010 πραγματοποιήθηκε από το ΚΜΣΤ αναδρομική έκθεση της με τίτλο «Εν οίκω».

Εγκαίνια: Πέμπτη 2 Απριλίου 19:00 – 23:00
Η είσοδος στα εγκαίνια είναι δωρεάν
Μέρες & Ώρες Λειτουργίας ΕΜΣΤ: Τρίτη, Τετάρτη, Παρασκευή, Σάββατο & Κυριακή: 11.00 – 19:00, Πέμπτη: 11.00 – 22.00
Ηλεκτρονική κράτηση εισιτηρίων: emst.gr