Κάθε Μεγάλη Εβδομάδα, η προβολή της σειράς Ιησούς από τη Ναζαρέτ μοιάζει σχεδόν αυτονόητη. Για πολλούς τηλεθεατές, αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι του πασχαλινού κλίματος, ένα τηλεοπτικό «τελετουργικό» που επαναλαμβάνεται εδώ και πολλά χρόνια.
Πίσω όμως από τις εμβληματικές σκηνές και τη βαθιά θρησκευτική ατμόσφαιρα, κρύβονται επιλογές και ιστορίες που δεν είναι ευρέως γνωστές.
«Να μην είναι διάσημος»
Ο σκηνοθέτης Φράνκο Τζεφιρέλι έκανε από την αρχή μια σαφή επιλογή. Ο ηθοποιός που θα υποδυόταν τον Ιησού δεν έπρεπε να είναι διάσημος. Ο λόγος ήταν απλός αλλά ουσιαστικός. Ήθελε το κοινό να βλέπει τον ίδιο τον Χριστό και όχι έναν γνωστό πρωταγωνιστή.
Έτσι κατέληξε στον Ρόμπερτ Πάουελ, έναν σχετικά άγνωστο τότε Βρετανό ηθοποιό. Η επιλογή αποδείχθηκε καθοριστική, καθώς η εικόνα του Πάουελ ταυτίστηκε όσο καμία άλλη με τη μορφή του Ιησού στη σύγχρονη τηλεοπτική ιστορία.
Το βλέμμα που έγινε σύμβολο
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία της σειράς είναι το έντονο, σχεδόν υπνωτιστικό βλέμμα του Ιησού. Αυτό δεν ήταν τυχαίο.
Ο Πάουελ χρησιμοποίησε έντονο μακιγιάζ στα μάτια, ενώ πολλές σκηνές γυρίστηκαν ξανά και ξανά ώστε ο ηθοποιός να μην ανοιγοκλείνει τα βλέφαρα. Το αποτέλεσμα ήταν ένα σταθερό, διαπεραστικό βλέμμα που ενίσχυε την αίσθηση του «θεανθρώπου» και της απόστασης από τον «κοινό άνθρωπο».
Σε αντίθεση με άλλες απεικονίσεις, ο Ιησούς του Τζεφιρέλι παρουσιάζεται με πιο αυστηρό και υπερβατικό τρόπο. Δεν υπάρχουν σχεδόν καθόλου στιγμές χαλάρωσης ή καθημερινότητας, ενώ σπανίζουν οι σκηνές όπου ο χαρακτήρας εκφράζει απλό ανθρώπινο συναίσθημα, όπως το γέλιο.
Με αυτό τον τρόπο, ο σκηνοθέτης επιδίωξε να δώσει έμφαση στη θεϊκή διάσταση του προσώπου, δημιουργώντας μια εικόνα που αποπνέει δέος και πνευματικότητα.
Η μουσική – σήμα κατατεθέν
Η μουσική της σειράς αποτελεί έναν από τους πιο διακριτικούς αλλά καθοριστικούς παράγοντες της ατμόσφαιράς της. Ο Μορίς Ζαρ (Λόρενς της Αραβίας, Δόκτορ Ζιβάγκο) επέλεξε μια λιτή και εσωτερική προσέγγιση, αποφεύγοντας τις έντονες κορυφώσεις και τα «μεγάλα» συμφωνικά ξεσπάσματα που συνηθίζονται σε ιστορικές παραγωγές. Αντίθετα, βασίστηκε σε επαναλαμβανόμενα μοτίβα και ήχους που θυμίζουν εκκλησιαστική παράδοση, δημιουργώντας ένα αποτέλεσμα που ενισχύει τη μυσταγωγία.
Ιδιαίτερο ρόλο παίζει και η σιωπή, καθώς σε αρκετές σκηνές η απουσία μουσικής λειτουργεί εξίσου δυναμικά με την παρουσία της. Έτσι, όταν η μελωδία επιστρέφει, αποκτά μεγαλύτερη ένταση και συναισθηματικό βάρος. Η επιλογή αυτή εντάσσεται πλήρως στη σκηνοθετική γραμμή του Τζεφιρέλι, που στόχευε πάντα στην αυστηρή και πνευματική απεικόνιση. Το αποτέλεσμα είναι μια μουσική που δεν εντυπωσιάζει επιφανειακά, αλλά παραμένει στη μνήμη.
Ένα καστ γεμάτο «ιερά τέρατα»
Παρότι ο πρωταγωνιστής ήταν άγνωστος, η σειρά πλαισιώθηκε από μερικά από τα μεγαλύτερα ονόματα της εποχής. Στο καστ συμμετείχαν ηθοποιοί όπως ο Λόρενς Ολίβιε (Νικόδημος), ο Άντονι Κουίν (Καϊάφας), η Κλαούντια Καρντινάλε (μοιχαλίδα), ο Μάικλ Γιορκ (Ιωάννης Βαπτιστής) και ο Πίτερ Ουστίνοφ (Ηρώδης).
Η συνύπαρξη αυτών των ηθοποιών έδωσε βαρύτητα και κύρος στην παραγωγή, καθιστώντας τη μία από τις πιο φιλόδοξες τηλεοπτικές δημιουργίες της εποχής.
Τα γυρίσματα στην Τυνησία και το Μαρόκο
Παρά το θέμα της σειράς, τα γυρίσματα δεν πραγματοποιήθηκαν στην Παλαιστίνη. Αντίθετα, επιλέχθηκαν τοποθεσίες όπως η Τυνησία και το Μαρόκο, που μπορούσαν να αναπαραστήσουν το τοπίο της εποχής.
Οι επιλογές αυτές έγιναν τόσο για πρακτικούς λόγους (κόστος, οργάνωση παραγωγής) όσο και για λόγους ασφάλειας, καθώς η περιοχή της Μέσης Ανατολής ήταν ήδη πολιτικά ταραγμένη.

Ένα ακόμη λιγότερο γνωστό στοιχείο είναι ότι η σειρά δημιουργήθηκε με τη συμβολή εκπροσώπων από διαφορετικές θρησκευτικές κοινότητες. Στόχος ήταν να αποφευχθούν εντάσεις και να παρουσιαστεί μια όσο το δυνατόν πιο ισορροπημένη εκδοχή της ιστορίας.
Η προσέγγιση αυτή συνέβαλε στο να γίνει η σειρά αποδεκτή από ευρύ κοινό, ανεξαρτήτως θρησκευτικής τοποθέτησης.
Στην Ελλάδα, η σειρά απέκτησε έναν ιδιαίτερο ρόλο. Η επαναλαμβανόμενη προβολή της κάθε Πάσχα είναι απόλυτα επιτυχημένη με σταθερά υψηλές τηλεθάσεις και την μετέτρεψε σε «έθιμο» της Μεγάλης Εβδομάδας.
Για πολλούς δε, η εικόνα του Ιησού ταυτίζεται πλέον με εκείνη του Ρόμπερτ Πάουελ, αποδεικνύοντας τη δύναμη της τηλεόρασης να διαμορφώνει συλλογικές μνήμες.