Εξήντα ημέρες μετά τις εκλογές στην Ουγγαρία, η κυβέρνηση του Πέτερ Μάγιαρ προχωρά σε ένα ευρύ πακέτο θεσμικών αλλαγών που στοχεύει τόσο στην αναμόρφωση του πολιτικού συστήματος όσο και στην ενίσχυση της διαφάνειας. Οι πρωτοβουλίες που προωθούνται από το κόμμα Tisza θα μπορούσαν να περιορίσουν δραστικά τις πιθανότητες επιστροφής του Βίκτορ Όρμπαν στην πρωθυπουργία, ενώ παράλληλα ανοίγουν τον δρόμο για ενδελεχείς ελέγχους στις δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης του πρώην πρωθυπουργού, της οικογένειάς του και προσώπων που συνδέονται με το πολιτικό και επιχειρηματικό του περιβάλλον.
Με πλειοψηφία δύο τρίτων στο ουγγρικό κοινοβούλιο, ο πρωθυπουργός, Πέτερ Μάγιαρ, προωθεί με ταχύτατους ρυθμούς τις αλλαγές που είχε υποσχεθεί προεκλογικά, στο πλαίσιο αυτού που είχε χαρακτηρίσει «σταυροφορία για αλλαγή καθεστώτος». Η κοινοβουλευτική υπεροχή επιτρέπει στην κυβέρνηση να προχωρά ακόμα και σε συνταγματικές τροποποιήσεις, ανοίγοντας τον δρόμο για εκτεταμένες μεταρρυθμίσεις στη χώρα.
Η πρώτη συνταγματική τροποποίηση που προωθεί το Tisza θα μπορούσε να βάλει ουσιαστικά τέλος στις πιθανότητες του Βίκτορ Όρμπαν να επιστρέψει στην πρωθυπουργία, λίγες μόλις ημέρες μετά την επανεκλογή του στην ηγεσία του Fidesz.
Σύμφωνα με τον Μάγιαρ, η πρωτοβουλία αποτελεί μέρος της προσπάθειας αποκατάστασης της φιλελεύθερης δημοκρατίας στην Ουγγαρία. Παράλληλα, η συνταγματική αλλαγή θεωρείται ότι περιορίζει και τις εξουσίες του ίδιου του πρωθυπουργού.

Ωστόσο, επικριτές της ρύθμισης υποστηρίζουν ότι η τροποποίηση δεν μπορεί να εφαρμοστεί αναδρομικά σε πρωθυπουργούς που είχαν ήδη ασκήσει τα καθήκοντά τους πριν από την ψήφισή της, γεγονός που θα μπορούσε να επιτρέψει στον Όρμπαν να είναι εκ νέου υποψήφιος για το ανώτατο πολιτικό αξίωμα της χώρας.
Η τροπολογία θα οδηγηθεί πλέον προς υπογραφή στον πρόεδρο της Ουγγαρίας, Τάμας Σούλιοκ, ο οποίος είχε διοριστεί από το Fidesz. Ο Μάγιαρ επιχειρεί παράλληλα να απομακρύνει τον Σούλιοκ και άλλους αξιωματούχους που είχαν τοποθετηθεί κατά την περίοδο διακυβέρνησης Όρμπαν. Ο πρόεδρος έχει αρνηθεί να παραιτηθεί οικειοθελώς, ενώ σε περίπτωση που επιστρέψει τη νομοθεσία στο κοινοβούλιο, οι βουλευτές μπορούν να υπερκεράσουν τις αντιρρήσεις του με νέα ψηφοφορία.
Η ίδια συνταγματική αλλαγή προβλέπει επίσης την κατάργηση του Γραφείου Προστασίας της Κυριαρχίας, το οποίο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει υποστηρίξει ότι παραβιάζει το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ επικριτές του θεωρούν ότι χρησιμοποιήθηκε από το καθεστώς Όρμπαν για την εδραίωση της πολιτικής του ισχύος.
Παράλληλα, δίνεται η δυνατότητα διάλυσης των δημόσιων καταπιστευματικών ιδρυμάτων που είχαν δημιουργηθεί κατά τη διακυβέρνηση Όρμπαν και μέσω των οποίων πανεπιστήμια πέρασαν σε φορείς που ελέγχονταν από πρόσωπα προσκείμενα στο Fidesz.
Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση Tisza προωθεί ένα εκτεταμένο πρόγραμμα κατά της διαφθοράς, το οποίο έχει ως βασικό στόχο την αποδέσμευση ευρωπαϊκών κονδυλίων που παραμένουν παγωμένα, αλλά και την αποκάλυψη περιουσιακών στοιχείων που, σύμφωνα με την κυβέρνηση, παρέμεναν μέχρι σήμερα κρυμμένα.
Το νομοθετικό πακέτο που κατατέθηκε στο κοινοβούλιο το βράδυ της 9ης Ιουνίου χαρακτηρίστηκε από την κυβέρνηση ως ιστορικό και αποτελεί, σύμφωνα με την ίδια, τη μεταρρύθμιση που απαιτείται για να ικανοποιηθούν οι όροι της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με τη διαφάνεια, τη λογοδοσία και την καταπολέμηση της διαφθοράς.
Το πακέτο, το οποίο μαζί με τις επεξηγηματικές σημειώσεις του εκτείνεται σε 109 σελίδες, περιλαμβάνει σειρά μέτρων που στοχεύουν στην κατάργηση μηχανισμών οι οποίοι, σύμφωνα με την κυβέρνηση, επέτρεπαν την απόκρυψη περιουσιακών στοιχείων και τη συσσώρευση πλούτου χωρίς επαρκή έλεγχο. Πρόκειται για μέρος των 27 λεγόμενων «υπερ-οροσήμων» που είχε θέσει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τα οποία οι διαδοχικές κυβερνήσεις του Βίκτορ Όρμπαν δεν κατάφεραν να εκπληρώσουν.
Σύμφωνα με τον πρωθυπουργό, αρκετές από τις νέες ρυθμίσεις θα είναι ακόμα αυστηρότερες από εκείνες που είχε ζητήσει αρχικά η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Ένα από τα σημαντικότερα σημεία της μεταρρύθμισης αφορά τις δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης των πολιτικών προσώπων. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα αναφέρεται ο Βίκτορ Όρμπαν, του οποίου οι επίσημες δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης εμφάνιζαν περιορισμένη προσωπική περιουσία.

Σύμφωνα με τη δήλωση που υπέβαλε στις 9 Μαΐου, ο πρώην πρωθυπουργός δήλωσε ότι κατέχει δύο ακίνητα και διαθέτει αποταμιεύσεις ύψους 9,127 εκατομμυρίων φιορινιών, δηλαδή περίπου 25.000 ευρώ, σε κοινό λογαριασμό με τη σύζυγό του. Η εικόνα αυτή προκάλεσε ερωτήματα, καθώς ο Όρμπαν λάμβανε ως πρωθυπουργός μηνιαίες αποδοχές που ξεπερνούσαν τα 7 εκατομμύρια φιορίνια, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 19.000 ευρώ τον μήνα.
Με βάση τις νέες ρυθμίσεις, οι πολιτικοί θα υποχρεώνονται να παρέχουν πολύ πιο αναλυτικά στοιχεία όχι μόνο για τα περιουσιακά τους στοιχεία αλλά και για την προέλευση του πλούτου τους. Για πρώτη φορά θα υποχρεώνονται να υποβάλλουν δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης και οι επικεφαλής κρατικά χρηματοδοτούμενων πολιτικών κομμάτων, καθώς και τα μέλη της οικογένειάς τους που διαμένουν στο ίδιο νοικοκυριό.
Η πρόβλεψη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην περίπτωση του Βίκτορ Όρμπαν, καθώς ο ίδιος δεν είχε αναλάβει την κοινοβουλευτική του έδρα και μέχρι σήμερα δεν υπαγόταν στη συγκεκριμένη υποχρέωση. Με το νέο πλαίσιο, η εξαίρεση αυτή καταργείται.
Οι κυρώσεις προβλέπονται αυστηρές. Η μη υποβολή δήλωσης μπορεί να επιφέρει ποινή φυλάκισης έως ενός έτους, ενώ η απόκρυψη σημαντικών στοιχείων ή η υποβολή ψευδών πληροφοριών μπορεί να τιμωρείται με ποινή φυλάκισης έως και δύο ετών.
Η κυβέρνηση Tisza προχωρά επίσης στην ενίσχυση των αρμοδιοτήτων της Αρχής Ακεραιότητας, η οποία είναι υπεύθυνη για τη διερεύνηση υποθέσεων διαφθοράς. Η Αρχή θα αποκτήσει τη δυνατότητα να διεξάγει λεπτομερείς έρευνες για περιουσιακά στοιχεία και υποθέσεις διαφθοράς, ενώ θα μπορεί ακόμα και να κινεί διαδικασίες για την απομάκρυνση αξιωματούχων από τα καθήκοντά τους.
Παράλληλα, η κυβέρνηση στοχεύει στην αναμόρφωση των κανόνων που διέπουν τις δημόσιες συμβάσεις. Σύμφωνα με το euobserver, κατά την περίοδο διακυβέρνησης Όρμπαν οι αδύναμοι κανόνες προμηθειών συνέβαλαν ώστε επιχειρηματικές αυτοκρατορίες που συνδέονταν με το Fidesz να αποκτήσουν κυρίαρχη θέση στις κρατικές αναθέσεις έργων και συμβάσεων.
Για τον λόγο αυτό προτείνεται η εισαγωγή της κατηγορίας του «διαφανούς οικονομικού φορέα», σύμφωνα με την οποία μόνο εταιρείες με δημόσια αναγνωρίσιμη ιδιοκτησιακή δομή θα μπορούν να συμμετέχουν σε δημόσιους διαγωνισμούς.
Ιδιαίτερο βάρος δίνεται και στα μέτρα για την καταπολέμηση του ξεπλύματος χρήματος. Η κυβέρνηση Tisza σχεδιάζει να κινηθεί εναντίον ιδιωτικών επενδυτικών κεφαλαίων στα οποία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στο δημοσίευμα, ολιγάρχες που συνδέονται με τον Βίκτορ Όρμπαν φέρονται να μετέφεραν τεράστια περιουσιακά στοιχεία αποκρύπτοντας την πραγματική τους ιδιοκτησία.
Οι περιουσίες αυτές εκτιμάται ότι ενδέχεται να ανέρχονται σε αρκετά δισεκατομμύρια ευρώ. Σύμφωνα με το ουγγρικό ειδησεογραφικό μέσο 444, αρκετές από τις διατάξεις του νέου νομοθετικού πακέτου έχουν σχεδιαστεί έτσι ώστε να καταστήσουν δυνατή την αποκάλυψη των πραγματικών ιδιοκτητών αυτών των επενδυτικών σχημάτων.
Η κυβέρνηση θεωρεί ότι τα μέτρα αυτά μπορούν να συμβάλουν στην αποκάλυψη περιουσιακών στοιχείων που παρέμεναν μέχρι σήμερα αθέατα και να ενισχύσουν σημαντικά τη διαφάνεια στη δημόσια ζωή της Ουγγαρίας, σε μια περίοδο κατά την οποία το πολιτικό σκηνικό της χώρας παραμένει βαθιά πολωμένο μετά την εκλογική ήττα του Fidesz.