Τέσσερις γερουσιαστές, προερχόμενοι τόσο από το Ρεπουμπλικανικό όσο και από το Δημοκρατικό Κόμμα, ανακοίνωσαν το βράδυ της Παρασκευής ότι εξασφάλισαν το «πράσινο φως» από τον Λευκό Οίκο για να προχωρήσουν στην κατάθεση νομοσχεδίου στο Κογκρέσο, το οποίο προβλέπει νέες κυρώσεις κατά του ρωσικού ενεργειακού τομέα. Μέχρι πρότινος, η πρωτοβουλία αυτή δεν προχωρούσε, καθώς συναντούσε την αντίθεση του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ.
«Είμαστε στην ευχάριστη θέση να ανακοινώσουμε ότι καταλήξαμε σε συμφωνία με την κυβέρνηση Τραμπ για την προώθηση της επικαιροποιημένης νομοθεσίας μας σχετικά με τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας», αναφέρουν σε κοινό ανακοινωθέν τους οι Ρεπουμπλικάνοι γερουσιαστές Λίντσεϊ Γκρέιαμ και Ρότζερ Γουίκερ και οι Δημοκρατικοί Ρίτσαρντ Μπλούμενθαλ και Τζιν Σαχίν.
«Σε μια περίοδο που η Ρωσία εντείνει τη σφαγή αμάχων, είναι επιτακτική ανάγκη η νομοθετική και η εκτελεστική εξουσία να συνεργαστούν για τη δημιουργία εργαλείων που θα αναγκάσουν όσους αγοράζουν ρωσικό πετρέλαιο και φυσικό αέριο (και) τροφοδοτούν την πολεμική μηχανή του Πούτιν να πληρώσουν βαρύ τίμημα», προσθέτουν οι γερουσιαστές, δηλώνοντας «πολύ ικανοποιημένοι από αυτή τη σημαντική πρόοδο».
Με αυτό το «πράσινο φως» από την πλευρά της εκτελεστικής εξουσίας, οι νέες κυρώσεις θα μπορούσαν να υιοθετηθούν τις επόμενες εβδομάδες από τη Γερουσία με ευρεία πλειοψηφία.
Δεν έχουν γίνει προς το παρόν γνωστά τα νέα μέτρα.
Στη σύνοδο κορυφής της G7 στη Γαλλία, στα μέσα Ιουνίου, ο Τραμπ είχε δηλώσει πρόθυμος να επαναφέρει τις κυρώσεις που στοχεύουν τις εξαγωγές ρωσικού πετρελαίου.
Τους τελευταίους μήνες, οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν αναστείλει ορισμένες κυρώσεις που είχαν επιβληθεί στο ρωσικό πετρέλαιο μετά την εισβολή στην Ουκρανία που ξεκίνησε τον Φεβρουάριο του 2022. Αυτό το πάγωμα των κυρώσεων είχε ως στόχο να αναχαιτίσει την κατακόρυφη αύξηση της τιμής του αργού λόγω του πολέμου με το Ιράν.
Τον Μάιο του 2025, περισσότεροι από 80 Αμερικανοί γερουσιαστές είχαν στηρίξει μια πρόταση νόμου για την επιβολή νέων κυρώσεων κατά της Μόσχας, αντιδρώντας σε αυτό που θεωρούσαν ως έλλειψη βούλησης από την πλευρά της Μόσχας να τερματίσει τον πόλεμο στην Ουκρανία.