Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν διακόψει τη μεταφορά δολαρίων προς τη Βαγδάτη, καθώς και ορισμένα προγράμματα στρατιωτικής συνεργασίας, επιδιώκοντας να πιέσουν το Ιράκ να κινηθεί κατά των φιλοϊρανικών πολιτοφυλακών, τις οποίες θεωρούν υπεύθυνες για πρόσφατες επιθέσεις σε αμερικανικούς στόχους, σύμφωνα με δημοσιεύματα.
Η Wall Street Journal, επικαλούμενη επίσημες ιρακινές και αμερικανικές πηγές, έγραψε το βράδυ της Τρίτης ότι η Ουάσινγκτον ανέστειλε, για δεύτερη φορά από την έναρξη του πολέμου, την παράδοση με εμπορευματικό αεροπλάνο περίπου 500 εκατομμυρίων δολαρίων σε μετρητά από τις πωλήσεις ιρακινού πετρελαίου.
Αξιωματούχος της ιρακινής κυβέρνησης δήλωσε στο Γαλλικό Πρακτορείο ότι μόνο μια αποστολή δεν είχε φτάσει επικαλούμενος «υλικοτεχνικούς λόγους που έχουν σχέση με τον πόλεμο» και το κλείσιμο του εναερίου χώρου.
Αξιωματούχος της κεντρικής τράπεζας του Ιράκ δήλωσε από την πλευρά του στο Γαλλικό Πρακτορείο ότι οι παραδόσεις δολαρίων είχαν σταματήσει κατά τη διάρκεια του πολέμου στη Μέση Ανατολή «λόγω της αναστολής των πτήσεων και της κατάστασης ασφαλείας».
Πρόσθεσε ότι η κεντρική τράπεζα δεν είχε ζητήσει περισσότερα δολάρια, καθώς διαθέτει επαρκή αποθέματα και ότι δεν υπάρχει «επί του παρόντος καμιά ανάγκη να τα αυξήσει».
Τα έσοδα από τις ιρακινές εξαγωγές πετρελαίου κατατίθενται σε μεγάλο βαθμό στην ομοσπονδιακή τράπεζα της Νέας Υόρκης, βάσει συμφωνίας που συνήφθη μετά την αμερικανική εισβολή του 2003, η οποία ανέτρεψε τον Σαντάμ Χουσεΐν.
Μια συμφωνία που δίνει στην Ουάσινγκτον το πλεονέκτημα να ασκεί σημαντική επιρροή στις αρχές της Βαγδάτης.
Παράλληλα, οι ΗΠΑ ανέστειλαν τη χρηματοδότηση για εκπαίδευση των ιρακινών ενόπλων δυνάμεων και προγραμμάτων καταπολέμησης των τζιχαντιστών, με πρώτο μεταξύ αυτών του Ισλαμικού Κράτους.
Ιρακινός αξιωματούχος των υπηρεσιών ασφαλείας επιβεβαίωσε στο Γαλλικό Πρακτορείο τη διακοπή αυτής της διμερούς συνεργασίας λόγω «των πολιτοφυλακών και των βομβαρδισμών».
Δεν έδωσε καμιά διευκρίνιση αλλά οι δύο χώρες συνεργάζονται εδώ και χρόνια, κυρίως στην καταπολέμηση των τζιχαντιστών.
Το Ιράκ, γειτονική χώρα του Ιράν, σύρθηκε στον πόλεμο στη Μέση Ανατολή με τα πλήγματα που αποδόθηκαν στις ΗΠΑ ή στο Ισραήλ που έχουν στόχο φιλοϊρανικές ομάδες. Οι τελευταίες ανέλαβαν την ευθύνη για επιθέσεις κατά των αμερικανών συμφερόντων στη χώρα.
Η επισφαλής ισορροπία του Ιράκ
Στην αρχή του περιφερειακού πολέμου που ξέσπασε με τα ισραηλινοαμερικανικά πλήγματα κατά του Ιράν την 28η Φεβρουαρίου, Ουάσινγκτον και Βαγδάτη είχαν δηλώσει ότι θέλουν να «εντείνουν τη συνεργασία» για την αποτροπή των επιθέσεων κατά αμερικανικών συμφερόντων και να διασφαλίσουν ότι το έδαφος του Ιράκ δεν θα χρησιμοποιείται για τις επιχειρήσεις αυτές.
Ωστόσο η Ουάσινγκτον διαμαρτυρήθηκε για τις ανεπαρκείς προσπάθειες του Ιράκ, το οποίο προσπαθεί εδώ και χρόνια να διατηρήσει μια επισφαλή ισορροπία μεταξύ των σχέσεών του με τις ΗΠΑ και της εγγύτητάς του με την Τεχεράνη.
Στις 9 Απριλίου το Στέιτ Ντιπάρτμεντ είχε δηλώσει ότι «κάλεσε» για τον Ιρακινό πρέσβη στην Ουάσινγκτον για να του επιδώσει διάβημα διαμαρτυρίας και να καταδικάσει τις επιθέσεις αυτές.
Οι ΗΠΑ «δεν θα ανεχτούν καμιά επίθεση κατά συμφερόντων τους και περιμένουν από την ιρακινή κυβέρνηση να λάβει αμέσως όλα τα αναγκαία μέτρα για να εξαρθρώσει» τις πολιτοφυλακές αυτές, είχε αναφέρει το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών.
Μερικές από τις ομάδες αυτές σταμάτησαν τις επιθέσεις τους κατά «εχθρικών βάσεων» στη χώρα και την περιοχή, μετά την κατάπαυση του πυρός μεταξύ Ιράν και ΗΠΑ.
Προτού σταματήσουν οι εχθροπραξίες, η πρεσβεία των ΗΠΑ στο Ιράκ είχε αναφέρει «πολλές επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη» που εξαπέλυσαν, σύμφωνα με την πρεσβεία, φιλοϊρανικές πολιτοφυλακές κατά διπλωματικών εγκαταστάσεων και του διεθνούς αεροδρομίου της Βαγδάτης.
Τον Ιανουάριο, ο Ντόναλντ Τραμπ είχε απειλήσει να αποσύρει κάθε υποστήριξη στη Βαγδάτη, εάν ο 75χρονος Νούρι αλ Μαλίκι, που θεωρείται προσκείμενος στο Ιράν, επέστρεφε στην εξουσία.
Το Ιράν, ωστόσο, δεν προτίθεται να σταματήσει την επιρροή που ασκεί στη γειτονική του χώρα.
Ο στρατηγός Εσμαήλ Καανί, Ιρανός υψηλόβαθμος στρατιωτικός αξιωματούχος, μετέβη το Σάββατο στη Βαγδάτη για να συναντήσει πολιτικούς αξιωματούχους και ένοπλες φιλοϊρανικές ομάδες, δήλωσε στο Γαλλικό Πρακτορείο Ιρακινός υψηλόβαθμος αξιωματούχος.