ΗΠΑ και Ισραήλ υπήρξαν για δεκαετίες «ανεξίτηλοι» σύμμαχοι, με την Ουάσινγκτον να παρέχει γενναία στρατιωτική, οικονομική και διπλωματική στήριξη στο εβραϊκό κράτος. Ωστόσο, οι δημοσκοπήσεις δείχνουν μια εντυπωσιακή αντιστροφή: περίπου 60% των Αμερικανών δηλώνουν πλέον ότι βλέπουν αρνητικά το Ισραήλ, με τα ποσοστά δυσφορίας να εκτινάσσονται στις νεότερες ηλικίες. Στους 18-29, τα τρία τέταρτα δηλώνουν ότι νιώθουν μεγαλύτερη συμπάθεια προς τους Παλαιστινίους παρά προς το Ισραήλ, προμηνύοντας μια διαρκή μετατόπιση της αμερικανικής κοινωνίας απέναντι στη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή.

Καθοριστική τομή υπήρξε η δολοφονία του Γιτζάκ Ράμπιν το 1995, του Ισραηλινού πρωθυπουργού που είχε ταυτιστεί με την προοπτική ειρήνης με τους Παλαιστινίους. Η δολοφονία, από Ισραηλινό εξτρεμιστή, επιτάχυνε τη δεξιά στροφή του Ισραήλ και άνοιξε την εποχή του Μπενιαμίν Νετανιάχου, η οποία, τρεις δεκαετίες μετά, δείχνει να κυριαρχεί ακόμη. Για τις νεότερες γενιές στις ΗΠΑ, το Ισραήλ δεν είναι πια ο «Δαβίδ» που αντιστέκεται στα αραβικά καθεστώτα, αλλά μια δύναμη που συνδέεται με βαριά στρατιωτικά πλήγματα, παρατεταμένη κατοχή και γεγονότα όπως ο πόλεμος στη Γάζα και η τρέχουσα σύγκρουση με το Ιράν.

ΗΠΑ – Ισραήλ: η κρίσιμη στροφή επί Τραμπ

Στο νέο αυτό τοπίο, οι προσωπικές σχέσεις ΗΠΑ – Ισραήλ παίζουν καθοριστικό ρόλο, με κεντρικό πρόσωπο τον Ντόναλντ Τραμπ. Ο Αμερικανός πρόεδρος, που ήδη βρίσκεται στη δεύτερη θητεία του, οδήγησε τις ΗΠΑ στον πόλεμο με το Ιράν, την επιχείρηση «Epic Fury», με καθοριστική, όπως αναφέρεται, πίεση από τον ίδιο τον Νετανιάχου. Παρά το ότι ο Τραμπ φέρει την τελική ευθύνη για την απόφαση, αμερικανικά δημοσιεύματα καταγράφουν τον Ισραηλινό πρωθυπουργό ως την πιο δυνατή φωνή υπέρ της επίθεσης, την ώρα που κορυφαίοι Αμερικανοί αξιωματούχοι –από τον υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο μέχρι τον αντιπρόεδρο JD Vance και τον διευθυντή της CIA Τζον Ράτκλιφ– εξέφραζαν σκεπτικισμό.

Το αποτέλεσμα είναι πολλοί Αμερικανοί να βλέπουν πλέον τον Νετανιάχου όχι απλώς ως στενό σύμμαχο, αλλά ως ηγεσία που επηρέασε αποφασιστικά την εμπλοκή των ΗΠΑ σε έναν ακόμη, αμφιλεγόμενο πόλεμο στη Μέση Ανατολή. Η υπερβολική χρήση κατηγοριών περί «αντισημιτισμού» απέναντι σε όσους επισημαίνουν τον ρόλο του Ισραήλ στην αμερικανική πολιτική επιδείνωσε περαιτέρω το κλίμα, ακόμη και ανάμεσα σε παραδοσιακά φιλοϊσραηλούς Αμερικανούς.

Δημοκρατικοί, AIPAC και το ρήγμα ΗΠΑ – Ισραήλ

Η θεαματικότερη όμως μεταστροφή καταγράφεται στο Δημοκρατικό Κόμμα, όπου η πάλαι ποτέ σίγουρη στήριξη προς το Ισραήλ πλέον τρίζει για τα καλά. Στη Γερουσία, 40 από τους 47 Δημοκρατικούς γερουσιαστές ψήφισαν πρόσφατα υπέρ της μπλοκαρίσματος πωλήσεων αμερικανικών όπλων στο Ισραήλ, μια κίνηση που θα ήταν αδιανόητη πριν λίγα χρόνια. Ταυτόχρονα, όλο και περισσότεροι Δημοκρατικοί αρνούνται να δεχθούν χρηματοδότηση από το ισχυρό λόμπι AIPAC, το οποίο μέχρι πρότινος θεωρούνταν σχεδόν «υποχρεωτικός» εταίρος για όποιον φιλοδοξούσε να ανέβει στην ιεραρχία του κόμματος.

Στο προεδρικό πεδίο, οι διεκδικητές του χρίσματος επιδίδονται πλέον σε έναν άτυπο διαγωνισμό αποστασιοποίησης από το Ισραήλ. Εμβληματικό παράδειγμα είναι ο Ραμ Εμάνουελ, πρώην δήμαρχος Σικάγου και άλλοτε πανίσχυρος επιτελάρχης του Μπαράκ Ομπάμα, ο οποίος υπόσχεται να τερματίσει την ετήσια αμερικανική επιχορήγηση ύψους 3,8 δισ. δολαρίων προς το Ισραήλ. «Αν θέλει όπλα, να τα αγοράσει όπως κάθε άλλος σύμμαχος, σε τιμές αγοράς», είναι η νέα γραμμή που κερδίζει έδαφος στους Δημοκρατικούς, με την προσθήκη ότι σε περίπτωση παραβίασης των κανόνων του πολέμου, η Ουάσινγκτον θα πρέπει να επιβάλει και εμπάργκο.

Παράλληλα, συζητείται ανοιχτά ακόμη και το πάγωμα πωλήσεων αμυντικών συστημάτων, όπως του συστήματος Iron Dome που θεωρείται «ασπίδα» για τους ισραηλινούς πληθυσμούς, αποτυπώνοντας πόσο έχει μετακινηθεί ο άξονας της συζήτησης στις ΗΠΑ. Κινήσεις και δηλώσεις που πριν λίγα χρόνια θα ταυτίζονταν μόνο με φιγούρες όπως ο Μπέρνι Σάντερς έχουν πλέον περάσει στον κεντρικό κορμό του κόμματος, συμπεριλαμβανομένων και πολλών Εβραίων γερουσιαστών, σύμφωνα με τους Financial Times.

Στο βάθος, ο φάκελος Ιράν και το μέλλον

Την ίδια ώρα, ο Τραμπ αναζητεί διέξοδο από την επιχείρηση «Epic Fury» και έναν νέο συμβιβασμό με την Τεχεράνη, καλύτερο –όπως υπόσχεται– από τη συμφωνία του Ομπάμα το 2015. Μετά την αποχώρηση των ΗΠΑ από εκείνη τη συμφωνία, στην οποία ο Νετανιάχου είχε πρωτοστατήσει αντιτιθέμενος, το Ιράν έχει συγκεντρώσει περίπου 440 κιλά υψηλά εμπλουτισμένου ουρανίου, ποσότητα αρκετή, σύμφωνα με εκτιμήσεις, για περίπου δέκα πυρηνικές κεφαλές. Ο Τραμπ επιδιώκει απεριόριστη παύση του εμπλουτισμού, σε αντίθεση με τον χρονικό ορίζοντα των 15 ετών της συμφωνίας Ομπάμα, αλλά ακόμη και μια φαινομενικά «σκληρή» συμφωνία που δεν θα αγγίζει το βαλλιστικό πρόγραμμα και τα δίκτυα συμμάχων της Τεχεράνης στην περιοχή είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα προκαλέσει την οργή του Νετανιάχου.

Μέσα στο 2026, τόσο στις ΗΠΑ όσο και στο Ισραήλ αναμένονται κρίσιμες εκλογικές αναμετρήσεις, προσθέτοντας ένα ακόμη στρώμα πίεσης στη διμερή σχέση. Ο Νετανιάχου δύσκολα θα ρισκάρει προεκλογική σύγκρουση με τον Τραμπ, ωστόσο ο Αμερικανός πρόεδρος, με το ένστικτο πολιτικής αυτοσυντήρησης που τον χαρακτηρίζει, εμφανίζεται απρόθυμος να στείλει χερσαίες δυνάμεις στο Ιράν και να ρισκάρει μαζικές αμερικανικές απώλειες. Το μόνο σχεδόν βέβαιο είναι ότι, όποιος κι αν διαδεχθεί τον Τραμπ στον Λευκό Οίκο, θα είναι πιθανότατα πολύ λιγότερο φιλικός προς το Ισραήλ από ό,τι οι προκάτοχοί του, επισφραγίζοντας τη σταδιακή αλλά σαφή απομάκρυνση ΗΠΑ – Ισραήλ.