Απάντηση στο ερώτημα αν μπορεί κάποιος να αποκτήσει παιδιά στο διάστημα προσπαθούν να δώσουν επιστήμονες και για αυτό τον λόγο μελετούν τη συμπεριφορά του σπέρματος σε συνθήκες μηδενικής βαρύτητας.

Ερευνητές του Κέντρου Διαστημικών Πόρων «Andy Thomas» του Πανεπιστημίου της Αδελαΐδας μελέτησαν ανθρώπινο σπέρμα, και άλλων δύο θηλαστικών, χρησιμοποιώντας μια μικροσκοπική πλαστική «διαδρομή εμποδίων».

Συγκεκριμένα, σχεδίασαν ένα σύστημα που έμοιαζε με το γυναικείο αναπαραγωγικό σύστημα και μέσα τοποθέτησαν ωάρια που έπρεπε να γονιμοποιηθούν σε συνθήκες μηδενικής βαρύτητας.

Τα ευρήματα, που δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Communications Biology, έδειξαν ότι οι ικανότητες πλοήγησης των σπερματοζωαρίων επηρεάζονται αρνητικά από την απουσία βαρύτητας, και ότι η σύλληψη ενός μωρού στο διάστημα μπορεί να απαιτεί «λίγη περισσότερη καθοδήγηση».

«Αυτή είναι η πρώτη φορά που καταφέραμε να αποδείξουμε ότι η βαρύτητα αποτελεί σημαντικό παράγοντα για την ικανότητα του σπέρματος να κινείται μέσα σε ένα κανάλι όπως ο αναπαραγωγικός σωλήνας», δήλωσε σε ανακοίνωσή της η κύρια συγγραφέας της μελέτης, η Δρ Νικόλ ΜακΦέρσον, από το Ινστιτούτο Ερευνών Ρόμπινσον του Πανεπιστημίου της Αδελαΐδας.

«Παρατηρήσαμε σημαντική μείωση στον αριθμό των σπερματοζωαρίων που κατάφεραν να βρουν το δρόμο τους μέσα στον λαβύρινθο του θαλάμου υπό συνθήκες μικροβαρύτητας, σε σύγκριση με την κανονική βαρύτητα», είπε η ΜακΦέρσον.

«Αυτό παρατηρήθηκε σε όλα τα μοντέλα, παρά το γεγονός ότι δεν υπήρξαν αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο κινούνται φυσικά τα σπερματοζωάρια. Αυτό υποδηλώνει ότι η απώλεια κατεύθυνσης δεν οφειλόταν σε αλλαγή της κινητικότητας, αλλά σε άλλους παράγοντες», πρόσθεσε στη συνέχεια.

Σύμφωνα με δημοσίευμα της New York Post, όταν οι επιστήμονες πρόσθεσαν την ορμόνη προγεστερόνη -η οποία είναι ζωτικής σημασίας για την ύπαρξη εγκυμοσύνης- περισσότερα σπερματοζωάρια κατάφεραν να ξεπεράσουν τις αρνητικές επιπτώσεις που είχε η προσομοιωμένη μικροβαρύτητα στην πλοήγησή τους.

Η ΜακΦέρσον σημείωσε ότι οι ερευνητές πιστεύουν ότι αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η προγεστερόνη απελευθερώνεται επίσης από το ωάριο και μπορεί να βοηθήσει στην καθοδήγηση του σπέρματος προς το σημείο της γονιμοποίησης, αλλά «αυτό απαιτεί περαιτέρω διερεύνηση ως πιθανή λύση».

Οι επιστήμονες εξέτασαν επίσης τις επιπτώσεις της έκθεσης στη μικροβαρύτητα στην ανάπτυξη των εμβρύων στα ζωικά μοντέλα. Τα πειράματα έδειξαν ότι η κινητικότητα των σπερματοζωαρίων ήταν κατά περίπου 50% μειωμένη υπό συνθήκες παρόμοιες με αυτές του διαστήματος και είχε ως αποτέλεσμα μόλις 30% μείωση της γονιμοποίησης.

Επίσης, διαπίστωσαν μείωση κατά 30% στον αριθμό των ωαρίων ποντικιών που γονιμοποιήθηκαν επιτυχώς μετά από τέσσερις ώρες έκθεσης σε συνθήκες μηδενικής βαρύτητας, σε σύγκριση με τις συνήθεις συνθήκες στη Γη.

Ωστόσο, τα σπερματοζωάρια που γονιμοποίησαν τα ωάρια φάνηκε να παράγουν έμβρυα καλύτερης ποιότητας.

«Φαίνεται ότι το στρες της μικροβαρύτητας λειτούργησε ως «φίλτρο» που άφησε «μόνο τα πιο ικανά σπερματοζωάρια στο παιχνίδι», εξήγησε η ΜακΦέρσον.

Ωστόσο, μετά τις πρώτες 24 ώρες, «τα αποτελέσματα αντιστράφηκαν απότομα, με λιγότερα έμβρυα να σχηματίζονται, ενώ αυτά που σχηματίστηκαν ήταν κατώτερης ποιότητας», είπε, σημειώνοντας: «Παρατηρήσαμε μειωμένα ποσοστά γονιμοποίησης κατά τη διάρκεια έκθεσης τεσσάρων έως έξι ωρών στη μικροβαρύτητα», ανέφερε ο McPherson. «Η παρατεταμένη έκθεση φάνηκε να είναι ακόμη πιο επιζήμια, με αποτέλεσμα καθυστερήσεις στην ανάπτυξη και, σε ορισμένες περιπτώσεις, μείωση του αριθμού των κυττάρων που συνεχίζουν να σχηματίζουν το έμβρυο στα πρώτα στάδια της εμβρυϊκής ανάπτυξης».

Τα ευρήματα υποδηλώνουν λοιπόν ότι η μικροβαρύτητα «ίσως να μην αποτελεί καθοριστικό παράγοντα», αλλά η προστασία του εμβρύου από την έλλειψη βαρύτητας κατά τις κρίσιμες πρώτες ώρες «πιθανότατα θα είναι απαραίτητη για την αναπαραγωγή στο διάστημα».