Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιχειρεί μια νέα, πιο ψύχραιμη και στρατηγική προσέγγιση προς την Τουρκία, επιλέγοντας την τακτική της «επαναδέσμευσης» αντί για μετωπική σύγκρουση ή ψευδαισθήσεις περί επικείμενης ένταξης. Η επίσκεψη της επιτρόπου Διεύρυνσης Μάρτα Κος στην Άγκυρα στις 5-6 Φεβρουαρίου λειτουργεί ως δοκιμαστικό βήμα για να διαπιστωθεί αν οι Βρυξέλλες και η Άγκυρα μπορούν να μετατρέψουν την αμοιβαία καχυποψία σε ρεαλιστική, «συμφεροντολογική» συνεργασία.
Η Κος, η οποία έχει ήδη «εντατικές επαφές» με τον Χακάν Φιντάν από την αρχή της θητείας της, στέλνει σαφές μήνυμα ότι ήρθε η ώρα να «κοιτάξουμε με φρέσκια ματιά» τις σχέσεις ΕΕ–Τουρκίας, υπογραμμίζοντας πως υπάρχουν περισσότερα που ενώνουν παρά που διχάζουν τις δύο πλευρές.
Η επίσκεψή της έρχεται σε μια συγκυρία όπου ο πόλεμος στην Ουκρανία, η αστάθεια στη Μέση Ανατολή και ο ανταγωνισμός μεγάλων δυνάμεων αναγκάζουν την Ευρώπη να ξαναζυγίσει τον γεωπολιτικό ρόλο της Τουρκίας, ιδίως στη Μαύρη Θάλασσα, την Ανατολική Μεσόγειο και το ΝΑΤΟϊκό νότιο μέτωπο. Αυτό ωθεί τις Βρυξέλλες σε πιο πραγματιστικές επιλογές: όχι «λευκή επιταγή» στην Άγκυρα, αλλά μια ελεγχόμενη επαναπροσέγγιση όπου η συνεργασία χτίζεται βήμα-βήμα, σε τομείς αμοιβαίου οφέλους, από το εμπόριο και τη μετανάστευση μέχρι την ενέργεια και τις υποδομές.
Η Τουρκία ως στρατηγικός εταίρος, όχι ως άμεσος υποψήφιος ένταξης
Το παγωμένο ενταξιακό κεφάλαιο παραμένει στο παρασκήνιο, καθώς η ΕΕ επιλέγει να διαχειριστεί – και όχι να λύσει – το πολιτικό αδιέξοδο με την Τουρκία. Για πολλές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, η συζήτηση για πλήρη ένταξη της Τουρκίας είναι πολιτικά τοξική, αλλά η πλήρης αποξένωσή της θεωρείται εξίσου επικίνδυνη για την ευρωπαϊκή ασφάλεια, την ενεργειακή μετάβαση και τη διαχείριση των μεταναστευτικών ροών. Έτσι, κερδίζει έδαφος ένα υβριδικό μοντέλο: η Τουρκία αντιμετωπίζεται ως αναγκαίος στρατηγικός εταίρος, με επιλεκτική σύγκλιση σε οικονομία, άμυνα και ενέργεια, χωρίς σαφή υπόσχεση για σύντομη θεσμική ένταξη.
Στο πλαίσιο αυτό, ευρωπαϊκές δεξαμενές σκέψης προτείνουν μια «ευθυγράμμιση ανάγκης», όπου μεμονωμένα κράτη-μέλη και οι Βρυξέλλες επενδύουν σε κοινά έργα με την Τουρκία, από την αμυντική βιομηχανία έως τα δίκτυα μεταφορών, διατηρώντας όμως κόκκινες γραμμές σε ζητήματα κράτους δικαίου και ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η λογική είναι καθαρά στρατηγική: η Ευρώπη αναζητά τρόπους να ενισχύσει τη δική της αυτονομία, εντάσσοντας την Τουρκία στην εξίσωση ως μέρος ενός ευρύτερου ευρωπαϊκού χώρου ασφάλειας και ισχύος, χωρίς να παραδώσει πλήρως τον έλεγχο του πλαισίου συνεργασίας.
ΕΕ – Τουρκία: Ενέργεια, επενδύσεις και «πράσινη γέφυρα»
Η πιο χειροπιαστή πτυχή της νέας προσέγγισης είναι τα ενεργειακά και επενδυτικά deals που φέρνει στην ατζέντα η επίσκεψη της Κος στην Τουρκία. Κατά τη διάρκεια της παραμονής της στην Άγκυρα, προγραμματίζεται η υπογραφή δύο έργων ανανεώσιμης ενέργειας, αξίας 100 εκατ. ευρώ το καθένα, με χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων – μια τράπεζα που, όπως υπενθυμίζει η ίδια, είχε ουσιαστικά παγώσει την παρουσία της στην Τουρκία τα προηγούμενα χρόνια. Η επανεμπλοκή της ΕΤΕπ, σε συνδυασμό με την αυξημένη δραστηριότητα της EBRD και της Παγκόσμιας Τράπεζας, σηματοδοτεί ότι η Τουρκία αντιμετωπίζεται ξανά ως κρίσιμος κόμβος στην ενεργειακή μετάβαση της Ευρώπης.
Για τις Βρυξέλλες, αυτά τα έργα δεν είναι απλώς «πράσινες» επενδύσεις, αλλά εργαλεία γεωπολιτικής επιρροής: η Τουρκία μπορεί να λειτουργήσει ως γέφυρα για ηλεκτρική διασύνδεση, πράσινο υδρογόνο και νέους διαδρόμους υποδομών που μειώνουν την ευρωπαϊκή εξάρτηση από ασταθείς προμηθευτές. Για την Άγκυρα, η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση προσφέρει όχι μόνο κεφάλαια αλλά και αναγνώριση, σε μια περίοδο όπου η τουρκική οικονομία και η ενεργειακή πολιτική χρειάζονται φθηνότερη χρηματοδότηση, τεχνολογία και πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά. Το αν αυτή η «πράσινη γέφυρα» θα εξελιχθεί σε μακροπρόθεσμη στρατηγική σύγκλιση ή θα μείνει ένα ακόμη επεισόδιο τακτικής προσέγγισης θα κριθεί από το αν ΕΕ και Τουρκία μπορούν να χτίσουν πραγματική εμπιστοσύνη σε ζητήματα ασφάλειας, δημοκρατίας και περιφερειακής σταθερότητας.