Από το 1923 μέχρι σήμερα, η Disney έχει εξελιχθεί σε έναν από τους πιο επιτυχημένους μηχανισμούς παραγωγής φαντασίας αλλά και εσόδων στον κόσμο της ψυχαγωγίας. Με σχεδόν έναν αιώνα ιστορίας πίσω της, η εταιρεία επιχειρεί τώρα να ανοίξει ένα νέο κεφάλαιο, καθώς το διοικητικό της συμβούλιο αποφάσισε την Τρίτη την αλλαγή σκυτάλης στην κορυφή. Ο επικεφαλής των πάρκων και των θερέτρων, Τζος Ντ’ Αμάρο, επιλέχθηκε για να διαδεχθεί τον απερχόμενο διευθύνοντα σύμβουλο, Μπομπ Άιγκερ, σε μια περίοδο όπου το παραδοσιακό επιχειρηματικό μοντέλο της Disney δοκιμάζεται έντονα και η ανάγκη προσαρμογής θεωρείται πλέον αναπόφευκτη.
Στην καρδιά της αυτοκρατορίας της Disney βρίσκεται διαχρονικά ο Μίκυ Μάους. Ο χαρακτήρας που δημιούργησε ο Γουόλτ Ντίσνεϊ έγινε παγκοσμίως γνωστός με το «Steamboat Willie» το 1928, την πρώτη ταινία κινουμένων σχεδίων με πλήρως συγχρονισμένο ήχο και εικόνα. Η επιτυχία του δεν περιορίστηκε στη μεγάλη οθόνη: αποτέλεσε τη βάση για μια τεράστια αγορά αδειοδοτημένων προϊόντων, που εκτεινόταν από παιχνίδια και γραβάτες έως μαχαιροπίρουνα και μαρμελάδες. Έτσι διαμορφώθηκε ένας αλληλοτροφοδοτούμενος κύκλος κερδοφορίας, όπου τα εμπορεύματα ενίσχυαν την αξία των παραγωγών και τα κινούμενα σχέδια αύξαναν τη ζήτηση για προϊόντα.
Με την πάροδο των δεκαετιών, η εταιρεία κατάφερε να διευρύνει αυτόν τον κύκλο σε πρωτοφανή κλίμακα. Πέρα από τις ισχυρές δραστηριότητες αδειοδότησης, η Disney διαθέτει σήμερα θεματικά πάρκα, κρουαζιέρες, τηλεοπτικά δίκτυα όπως το ABC, καλωδιακά κανάλια, πλατφόρμα streaming, ακόμα και σχεδιασμένες κοινότητες θαυμαστών. Στο επίκεντρο όλων αυτών παραμένει η δημιουργική της δύναμη, σε συνδυασμό με μια ανεκτίμητη βιβλιοθήκη πνευματικών δικαιωμάτων και εμπορικών σημάτων.
Για τον λόγο αυτό, πολλοί θεωρούσαν πιθανό να αναλάβει την ηγεσία η Ντάνα Γουάλντεν, η οποία έχει την ευθύνη του τηλεοπτικού και streaming τομέα και διαθέτει βαθιά γνώση της βιομηχανίας του Χόλιγουντ. Τελικά, όμως, η επιλογή στράφηκε στον Ντ’ Αμάρο, με έμφαση στη στρατηγική των «εμπειριών» για τους καταναλωτές, μια κατεύθυνση που μοιάζει λογική εν μέσω των αναταράξεων που αντιμετωπίζει συνολικά ο χώρος της ψυχαγωγίας, όπως αναφέρει η Washington Post.
Οι προκλήσεις δεν είναι λίγες. Ορισμένοι από τους πιο αναγνωρίσιμους χαρακτήρες της Disney, ακόμα και ο ίδιος ο Μίκυ, πλησιάζουν στο τέλος της προστασίας των πνευματικών τους δικαιωμάτων. Παράλληλα, η πτώση των γεννήσεων περιορίζει τη δεξαμενή νέων θεατών για παιδικές ταινίες και συναφή προϊόντα, ενώ μεγάλα franchise, όπως η Marvel, δείχνουν σημάδια κόπωσης. Την ίδια στιγμή, η συρρίκνωση της καλωδιακής τηλεόρασης προδιαγράφει ένα αβέβαιο μέλλον για τα δίκτυα της εταιρείας, με το ESPN να αντιμετωπίζει εντονότερο ανταγωνισμό για δικαιώματα μετάδοσης και να χάνει το πλεονέκτημα των σταθερών μηνιαίων εσόδων από συνδρομητές που συχνά δεν παρακολουθούν καν αθλητικό περιεχόμενο.

Ο ανταγωνισμός για την προσοχή του κοινού έχει επίσης αλλάξει μορφή. Η Disney δεν βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη μόνο με άλλα κινηματογραφικά στούντιο, αλλά και με δημιουργούς περιεχομένου στο TikTok και το YouTube. Αυτοί οι «διψασμένοι νέοι» αξιοποιούν τις σύγχρονες τεχνολογίες για να κερδίσουν το κοινό, όπως ακριβώς έκανε κάποτε ο Γουόλτ Ντίσνεϊ στη χρυσή εποχή του Χόλιγουντ. Στο πλαίσιο αυτό, η εταιρεία επιχείρησε να ενισχύσει την παρουσία της στα βιντεοπαιχνίδια, επενδύοντας 1,5 δισεκατομμύρια δολάρια στον δημιουργό του «Fortnite».
Η τεχνητή νοημοσύνη προσθέτει έναν ακόμη παράγοντα αβεβαιότητας, καθώς επιτρέπει σε μικρούς και ανεξάρτητους δημιουργούς να ανταγωνιστούν την Big Mouse (Μεγάλο Ποντίκι) με ελάχιστο κόστος. Η Disney προσπαθεί να προσαρμοστεί και σε αυτό το πεδίο, έχοντας υπογράψει συμφωνία ύψους 1 δισεκατομμυρίου δολαρίων με την OpenAI τον Δεκέμβριο.
Με χρηματιστηριακή αξία που φτάνει τα 185 δισεκατομμύρια δολάρια, διαθέτει τα μέσα να επενδύσει σε υπολογιστική ισχύ και ανθρώπινο δυναμικό. Ωστόσο, η ιστορία δείχνει ότι, όταν τα δεδομένα μιας βιομηχανίας αλλάζουν τόσο ραγδαία, ακόμα και οι καθιερωμένοι κολοσσοί κινδυνεύουν να χάσουν τον βηματισμό τους.

Όλα αυτά δεν αναιρούν τη δυνατότητα της Disney να συνεχίσει να προσελκύει το κοινό με νέες ταινίες και τηλεοπτικές παραγωγές. Εκείνο όμως που εμφανίζεται λιγότερο ευάλωτο στις ανατροπές είναι ο τομέας που δεν μπορεί να μεταδοθεί ψηφιακά, να αντιγραφεί εύκολα ή να παραχθεί με χαμηλό κόστος: οι προσεκτικά σχεδιασμένες εμπειρίες διά ζώσης και τα φυσικά προϊόντα της εταιρείας.
Δεν είναι τυχαίο ότι πέρυσι οι δραστηριότητες αυτές αντιστοιχούσαν στο 57% των λειτουργικών εσόδων της Disney.
Για τον Τζος Ντ’ Αμάρο, το στοίχημα θα είναι να κρατήσει τη δημιουργική «μηχανή» της εταιρείας αρκετά ισχυρή, ώστε να στηρίξει την ανάπτυξη στους τομείς όπου η Disney διατηρεί πιο ισχυρό και προστατευμένο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.
Το παρελθόν του δείχνει ικανότητες, όμως δεν προσφέρει καμία βεβαιότητα για ένα πραγματικά παραμυθένιο φινάλε.