Οι ΗΠΑ κινούνται πλέον προς τη διευθέτηση της πολύχρονης ποινικής υπόθεσης σε βάρος της τουρκικής κρατικής τράπεζας Halkbank, κλείνοντας ένα από τα πιο δηλητηριώδη μέτωπα στις σχέσεις Ουάσινγκτον και Άγκυρας. Η συμφωνία αναστολής δίωξης που κατατέθηκε στο ομοσπονδιακό δικαστήριο του Μανχάταν προβλέπει ότι η Halkbank θα απέχει από συναλλαγές που θα μπορούσαν να ωφελήσουν το Ιράν και θα υπαχθεί σε έλεγχο ανεξάρτητου επόπτη για τη συμμόρφωσή της με τις αμερικανικές κυρώσεις και τη νομοθεσία κατά του ξεπλύματος χρήματος. Δεν προβλέπεται πρόστιμο, ενώ οι κατηγορίες θα μπορούσαν να αποσυρθούν εφόσον τηρηθούν οι όροι της συμφωνίας, η οποία τελεί ακόμη υπό την έγκριση του δικαστή Ρίτσαρντ Μπέρμαν.
Η υπόθεση Halkbank, ωστόσο, δεν ήταν ποτέ ένα απλό τραπεζικό ή νομικό επεισόδιο. Από την πρώτη στιγμή συνδέθηκε με ένα πολύ ευρύτερο πλέγμα πολιτικών προστασιών, επιχειρηματικών διασυνδέσεων και παρασκηνιακών παρεμβάσεων που ξεκινούσε από το Ιράν, περνούσε από την Τουρκία και έφτανε στο αμερικανικό δικαστικό σύστημα. Στην καρδιά αυτού του πλέγματος βρέθηκε ο Τουρκοϊρανός επιχειρηματίας Ρεζά Ζαράμπ, ο άνθρωπος που από έμπορος χρυσού και διαμεσολαβητής μετατράπηκε σε κεντρικό πρόσωπο ενός από τα σοβαρότερα σκάνδαλα της εποχής Ερντογάν. Και αν η σημερινή διευθέτηση της Halkbank κλείνει ένα ανοιχτό νομικό κεφάλαιο, δεν σβήνει τη βαριά πολιτική σκιά που άφησε πίσω του ο φάκελος Ζαράμπ.
Η διαδρομή της Halkbank
Σύμφωνα με το αμερικανικό κατηγορητήριο και τη μετέπειτα δίωξη κατά της Halkbank, ο μηχανισμός που στήθηκε αποσκοπούσε στο να παρακάμψει τις αμερικανικές κυρώσεις εις βάρος της Τεχεράνης. Τα έσοδα του Ιράν από πωλήσεις πετρελαίου και φυσικού αερίου, που ήταν δεσμευμένα σε τουρκικούς λογαριασμούς λόγω του καθεστώτος κυρώσεων, μετατρέπονταν σε χρυσό ή διοχετεύονταν με εικονικές εμπορικές συναλλαγές ώστε να φτάνουν τελικά προς όφελος ιρανικών συμφερόντων. Οι αμερικανικές αρχές υποστήριξαν ότι η Halkbank συμμετείχε σε ένα πολυετές σχήμα απάτης, ξεπλύματος χρήματος και συνωμοσίας, μέσω εταιρειών-βιτρίνα σε Τουρκία, Ιράν και Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, μεταφέροντας κρυφά περίπου 20 δισ. δολάρια. Το επιβαρυντικό στοιχείο για την Ουάσινγκτον ήταν ότι οι ροές αυτές συχνά «ντύνονταν» ως εξαγωγές τροφίμων και φαρμάκων, ώστε να φαίνεται ότι εμπίπτουν στην ανθρωπιστική εξαίρεση των κυρώσεων.
Αυτό ακριβώς είναι που κατέστησε την υπόθεση τόσο σοβαρή. Δεν επρόκειτο, κατά την αμερικανική εκδοχή, για μια περιφερειακή παραβίαση εμπορικών κανόνων ή για μεμονωμένες υπερβάσεις ενός τραπεζικού ιδρύματος. Οι εισαγγελείς υποστήριξαν ότι αξιοποιήθηκε το ίδιο το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα για να αποκρύπτεται η πραγματική φύση των συναλλαγών, να παραπλανώνται οι αμερικανικές αρχές και να διευκολύνεται η πρόσβαση του Ιράν σε κεφάλαια που θα έπρεπε να παραμένουν εκτός κυκλοφορίας. Με αυτή την έννοια, η υπόθεση άγγιζε τον πυρήνα της αμερικανικής πολιτικής κυρώσεων και της εθνικής ασφάλειας, γι’ αυτό και το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης την αντιμετώπισε εξαρχής ως μείζον ζήτημα.
Ο Ρεζά Ζαράμπ ήταν ο επιχειρηματίας που βρέθηκε στο κέντρο αυτού του σχήματος. Γεννημένος στο Ιράν και με δραστηριότητα στην Τουρκία, εξελίχθηκε σε μια γνωστή φιγούρα των επιχειρηματικών και κοσμικών κύκλων της γειτονικής χώρας, με ισχυρές διασυνδέσεις και ευχέρεια κινήσεων ανάμεσα σε πολιτική εξουσία, τραπεζικό σύστημα και διασυνοριακό εμπόριο χρυσού. Πολύ γρήγορα έπαψε να αντιμετωπίζεται ως ένας απλός επιχειρηματίας και άρχισε να θεωρείται ο άνθρωπος που μπορούσε να «ξετυλίξει το κουβάρι» ενός σκανδάλου ικανού να φτάσει μέχρι το εσωτερικό του τουρκικού καθεστώτος.
Ο ρόλος του Ρεζά Ζαράμπ
Ο Ζαράμπ συνελήφθη στις ΗΠΑ τον Μάρτιο του 2016 και κατηγορήθηκε για παραβίαση κυρώσεων κατά του Ιράν, τραπεζική απάτη και ξέπλυμα χρήματος. Η εξέλιξη που άλλαξε δραματικά τη δυναμική της υπόθεσης ήταν η απόφασή του να προχωρήσει σε συμφωνία ενοχής και να συνεργαστεί με τις αμερικανικές αρχές. Από κατηγορούμενος μετατράπηκε σε βασικό μάρτυρα κατηγορίας. Αυτό σήμαινε ότι ο άνθρωπος που γνώριζε από μέσα τον μηχανισμό μπορούσε πια να περιγράψει όχι μόνο τον τρόπο λειτουργίας του, αλλά και τα πρόσωπα που τον προστάτευσαν, τον διευκόλυναν ή επωφελήθηκαν από αυτόν.
Κατά τη μαρτυρία του, ο Ζαράμπ δεν περιορίστηκε σε τεχνικές λεπτομέρειες. Περιέγραψε δωροδοκίες, πολιτική κάλυψη και εμπλοκή υψηλόβαθμων αξιωματούχων. Το αμερικανικό κατηγορητήριο του 2017 κατονομάζει, εκτός από τον ίδιο και τον Μεχμέτ Χακάν Ατίλα, τον πρώην Τούρκο υπουργό Οικονομίας Μεχμέτ Ζαφέρ Τσαγλαγιάν, τον πρώην γενικό διευθυντή της Halkbank Σουλεϊμάν Ασλάν, τον πρώην αναπληρωτή γενικό διευθυντή διεθνούς τραπεζικής της Halkbank Λεβέντ Μπαλκάν, τον συνεργάτη του Ζαράμπ Αμπντουλάχ Χαππανί, τον αδελφό του Μοχάμεντ Ζαράμπ, καθώς και τους Ιρανούς τραπεζίτες Αλίρζα Νατζαφζαντέχ και Χουσείν Ναζέμτζαμσιντί. Η εικόνα που προέκυπτε δεν ήταν ενός μοναχικού παραβάτη, αλλά ενός ολόκληρου δικτύου που εκτεινόταν από τραπεζικά στελέχη έως πολιτικά γραφεία.
Ειδικά ο ρόλος του Μεχμέτ Ζαφέρ Τσαγλαγιάν ήταν ιδιαίτερα επιβαρυντικός στην αμερικανική εκδοχή της υπόθεσης. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, ο πρώην υπουργός Οικονομίας φέρεται να έλαβε δεκάδες εκατομμύρια δολάρια σε δωροδοκίες για να διευκολύνει το σχήμα και να παρέχει πολιτική προστασία. Ο Σουλεϊμάν Ασλάν, ως τότε ισχυρός άνδρας της Halkbank, εμφανιζόταν επίσης ως κρίσιμος κρίκος, καθώς η τράπεζα ήταν το βασικό κανάλι μέσα από το οποίο τα δεσμευμένα ιρανικά κεφάλαια αποκτούσαν «διέξοδο». Έτσι, η υπόθεση δεν έμοιαζε με ατομική ποινική εκτροπή, αλλά με κρίση που είχε πολιτικό βάθος και κρατική προέκταση.
Κεντρικός στη δικαστική διαδρομή της υπόθεσης υπήρξε και ο Μεχμέτ Χακάν Ατίλα, αναπληρωτής γενικός διευθυντής της Halkbank. Συνελήφθη το 2017, δικάστηκε στη Νέα Υόρκη και το 2018 καταδικάστηκε για συνωμοσία με σκοπό την παραβίαση των αμερικανικών κυρώσεων, τραπεζική απάτη και εξαπάτηση του αμερικανικού χρηματοπιστωτικού συστήματος. Αργότερα καταδικάστηκε σε 32 μήνες φυλάκισης. Η μεταγενέστερη επιστροφή του στην Τουρκία και η τοποθέτησή του στην ηγεσία του χρηματιστηρίου της Κωνσταντινούπολης ερμηνεύτηκαν ευρέως ως πολιτικό μήνυμα προστασίας και αποκατάστασης ενός ανθρώπου που η Άγκυρα θεωρούσε θύμα αμερικανικής στοχοποίησης.
Υπήρξε όμως και ένα ακόμη, εξαιρετικά αποκαλυπτικό, επεισόδιο. Ο Ζαράμπ επιστράτευσε ως δικηγόρους τον Ρούντι Τζουλιάνι, πρώην δήμαρχο της Νέας Υόρκης, και τον πρώην γενικό εισαγγελέα των ΗΠΑ Μάικλ Μάκασεϊ. Η παρουσία τους προκάλεσε αίσθηση, όχι μόνο λόγω του βεληνεκούς τους, αλλά επειδή οι αμερικανικές αρχές υποστήριξαν ότι οι δύο άνδρες επιχείρησαν μια παράλληλη πολιτικοδιπλωματική διαδρομή για τον χειρισμό της υπόθεσης, πέρα από την αίθουσα του δικαστηρίου. Έτσι, η υπεράσπιση του Ζαράμπ δεν έμοιαζε με μια συνηθισμένη υπόθεση ποινικής υπεράσπισης, αλλά με ένα επεισόδιο όπου το δικαστικό, το πολιτικό και το διπλωματικό πεδίο μπλέκονταν επικίνδυνα.
Η σκιά πάνω από τον Ερντογάν
Ακριβώς σε αυτό το σημείο η υπόθεση άρχισε να αγγίζει όλο και πιο κοντά τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Δεν υπάρχει αμερικανική δικαστική καταδίκη σε βάρος του Τούρκου προέδρου για την υπόθεση Ζαράμπ. Υπάρχουν όμως καταθέσεις, πολιτικές παρεμβάσεις και αλλεπάλληλες αναφορές που εξηγούν γιατί ο φάκελος θεωρήθηκε εξαιρετικά επικίνδυνος για τον ίδιο. Σε κατάθεσή του στη Νέα Υόρκη, ο Ζαράμπ ανέφερε ότι ο Ερντογάν και ο τότε υπουργός Οικονομικών Αλί Μπαμπατζάν είχαν εγκρίνει σχέδιο ώστε να συμμετάσχουν και άλλες τουρκικές τράπεζες, όπως η Ziraat Bank και η VakifBank, στη διακίνηση ιρανικών κεφαλαίων. Οι δύο τράπεζες αρνήθηκαν κάθε εμπλοκή, αλλά η ίδια η αναφορά είχε τεράστιο πολιτικό βάρος.
Παράλληλα, η τουρκική ηγεσία έβλεπε τη δίκη Ζαράμπ ως απόπειρα υπονόμευσης της τουρκικής οικονομίας και πολιτικής σταθερότητας. Ο Ερντογάν χαρακτήριζε επανειλημμένα την υπόθεση άδικη και πολιτικά υποκινούμενη, ενώ αργότερα δηλωνόταν από τουρκικής πλευράς ότι είχε συζητήσει το θέμα της Halkbank και του Ζαράμπ με τον Ντόναλντ Τραμπ. Η Άγκυρα δεν φερόταν σαν να προσπαθεί να προστατεύσει έναν μακρινό επιχειρηματία, αλλά σαν να δίνει μάχη για να αποτρέψει μια υπόθεση που μπορούσε να αγγίξει τον σκληρό πυρήνα της εξουσίας της.
Η σοβαρότητα της υπόθεσης για τον Ερντογάν δεν εξηγείται μόνο από όσα ειπώθηκαν στις ΗΠΑ. Εξηγείται και από το τουρκικό υπόβαθρο του 2013, όταν το μεγάλο σκάνδαλο διαφθοράς στην Τουρκία είχε ήδη φέρει στο φως ηχογραφήσεις, καταγγελίες και υλικό που αφορούσε γιους υπουργών, επιχειρηματίες με πρόσβαση στην εξουσία και πρόσωπα από το περιβάλλον του τότε πρωθυπουργού. Ο Ζαράμπ ήταν ήδη τότε γνωστός στην Τουρκία ως κεντρικό πρόσωπο του σκανδάλου. Η κυβέρνηση Ερντογάν είχε απορρίψει τις κατηγορίες ως προϊόν «συνωμοσίας» και είχε αντιστρέψει το μέτωπο με εκκαθαρίσεις στη δικαιοσύνη και την αστυνομία. Όμως για τη Δύση, και ιδιαίτερα μετά τη σύλληψη του Ζαράμπ στις ΗΠΑ, το όνομά του παρέμενε συνδεδεμένο με το ερώτημα πόσο βαθιά έφτανε η πολιτική κάλυψη του μηχανισμού.
Η δίωξη κατά της ίδιας της Halkbank το 2019 ήρθε να μεταφέρει το βάρος από τα πρόσωπα στον θεσμό. Η τράπεζα κατηγορήθηκε για συμμετοχή σε πολύδισκο σχήμα υπέρ του Ιράν και αρνήθηκε κάθε ενοχή, υποστηρίζοντας ότι η αμερικανική δικαιοσύνη δεν είχε δικαιοδοσία να τη διώξει ποινικά ως κρατικό ίδρυμα. Η νομική μάχη έφτασε δύο φορές έως το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ. Πρώτα απορρίφθηκε ο ισχυρισμός περί προστασίας βάσει του νόμου περί ασυλίας ξένων κρατών και στη συνέχεια απορρίφθηκε και η επίκληση κοινής δικαιικής ασυλίας. Με άλλα λόγια, η αμερικανική δικαιοσύνη επέμεινε μέχρι τέλους ότι μια κρατική τράπεζα δεν είναι υπεράνω ποινικού ελέγχου όταν κατηγορείται για απάτη, ξέπλυμα χρήματος και παραβίαση κυρώσεων.
Η σημερινή συμφωνία αναστολής δίωξης δεν ισοδυναμεί με αθώωση της Halkbank ούτε σβήνει όσα προηγήθηκαν. Αυτό που κάνει είναι να κλείνει πρακτικά μια μακρά και κοστοβόρα σύγκρουση για τις δύο πλευρές. Για την Ουάσινγκτον, η διευθέτηση επιτρέπει να επιβληθεί ένα πλαίσιο συμμόρφωσης χωρίς να συνεχιστεί μια ανοιχτή ποινική σύγκρουση με μια κρατική τράπεζα συμμαχικής χώρας. Για την Άγκυρα, η εξέλιξη αυτή δίνει τη δυνατότητα να κλείσει ένας φάκελος που επί χρόνια επιβάρυνε το επενδυτικό κλίμα, το τραπεζικό σύστημα και κυρίως το πολιτικό της αφήγημα. Η άνοδος της μετοχής της Halkbank μετά τη δημοσιοποίηση της συμφωνίας έδειξε ότι η αγορά ακριβώς έτσι προσέλαβε την εξέλιξη.
Πίσω όμως από τη δικαστική διευθέτηση, το βασικό πολιτικό συμπέρασμα μένει αναλλοίωτο. Ο Ρεζά Ζαράμπ δεν ήταν ένας περιφερειακός μεσάζων που ξέφυγε για λίγο από τους κανόνες. Ήταν το πρόσωπο που ένωσε σε ένα ενιαίο νήμα το Ιράν, την τουρκική κρατική τράπεζα, ένα πλέγμα επιχειρηματιών και τραπεζιτών, πρώην υπουργούς, ανθρώπους του περιβάλλοντος Ερντογάν και, τελικά, την αμερικανική δικαιοσύνη. Η δική του μεταστροφή σε μάρτυρα κατηγορίας ήταν που μετέτρεψε μια σκοτεινή οικονομική υπόθεση σε πολιτικό εφιάλτη για την Άγκυρα.
Και ακριβώς γι’ αυτό η υπόθεση Ζαράμπ παραμένει, ακόμη και μετά τη συμφωνία για τη Halkbank, ένα από τα πιο ευαίσθητα κεφάλαια της εποχής Ερντογάν. Όχι επειδή υπήρξε δικαστική καταδίκη του ίδιου του Τούρκου προέδρου, αλλά επειδή η όλη διαδρομή άφησε πίσω της μια σταθερή και πολιτικά τοξική εντύπωση: ότι ένα τόσο εκτεταμένο σχήμα δύσκολα θα μπορούσε να λειτουργήσει επί χρόνια χωρίς υψηλού επιπέδου πολιτική ανοχή, κάλυψη ή έστω επίγνωση. Ο Ζαράμπ δεν άγγιξε απλώς την εικόνα της Τουρκίας. Άγγιξε το ίδιο το πολιτικό βάρος του Ερντογάν.