Ένας αρχαίος αιγυπτιακός πάπυρος που φυλάσσεται στο Βρετανικό Μουσείο έχει επανέλθει στο προσκήνιο, προκαλώντας νέο κύκλο συζητήσεων γύρω από ορισμένες από τις πιο αμφιλεγόμενες αναφορές της Παλαιάς Διαθήκης σχετικά με την ύπαρξη γιγάντων. Το έγγραφο, ηλικίας περίπου 3.300 ετών, είναι γνωστό ως «Αναστάσι Ι» και βρίσκεται στη συλλογή του μουσείου από το 1839. Πρόσφατα παρουσιάστηκε εκ νέου από τον οργανισμό Associates for Biblical Research, γεγονός που αναζωπύρωσε το ενδιαφέρον για τις πιθανές συνδέσεις του με βιβλικές αφηγήσεις.

Ο πάπυρος περιγράφει συναντήσεις με τον λαό των Σοσού, οι οποίοι φέρονται να είχαν ύψος «τέσσερις ή πέντε πήχεις», δηλαδή έως και περίπου 2,60 μέτρα. Δεδομένου ότι ένας αιγυπτιακός πήχης αντιστοιχούσε σε περίπου 50 εκατοστά, οι Σοσού θα ήταν εμφανώς ψηλότεροι από τους περισσότερους ανθρώπους της εποχής. Υποστηρικτές της θεωρίας περί γιγάντων θεωρούν ότι το κείμενο αυτό αποτελεί σπάνια μη βιβλική επιβεβαίωση αφηγήσεων της Παλαιάς Διαθήκης, οι οποίες αναφέρονται επανειλημμένα σε εξαιρετικά μεγαλόσωμους ανθρώπους, πέρα από τη γνωστή ιστορία του Δαβίδ και του Γολιάθ.

Το έγγραφο έχει τη μορφή επιστολής γραμμένης σε περίοδο πολέμου και περιγράφει δύσβατα εδάφη και στρατιωτικές προκλήσεις. Ωστόσο, επικριτές υποστηρίζουν ότι πρόκειται για σατιρική διδακτική επιστολή του γραφέα Χόρι προς έναν άλλο γραφέα, τον Αμενεμοπέ, στην οποία ειρωνεύεται την έλλειψη γνώσεων του τελευταίου σε θέματα γεωγραφίας, στρατηγικής και στρατιωτικής οργάνωσης. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, οι περιγραφές δεν πρέπει να λαμβάνονται κυριολεκτικά.

Ο εκλιπών μελετητής της Βίβλου, δρ Μάικλ Χάιζερ, είχε επισημάνει ότι ύψη της τάξης των δύο μέτρων ή και λίγο παραπάνω θα ήταν συγκρίσιμα με ψηλούς ανθρώπους της σύγχρονης εποχής και δεν συνιστούν απόδειξη ύπαρξης υπερφυσικών όντων. Παράλληλα, ειδικοί σημειώνουν ότι ο πάπυρος πιθανότατα χρονολογείται στη Νέα Βασιλεία της Αιγύπτου, γύρω στον 13ο αιώνα π.Χ., παρέχοντας συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο για τις αναφερόμενες συναντήσεις.

Σε διάφορα χωρία της Παλαιάς Διαθήκης γίνεται λόγος για ολόκληρες φυλές ή λαούς εξαιρετικά μεγαλόσωμων ανθρώπων, οι οποίοι φέρονται να τρόμαζαν τους Ισραηλίτες. Στο βιβλίο της Γένεσης, κεφάλαιο 6, αναφέρεται: «Ήσαν δε γίγαντες επί της γης εν ταις ημέραις εκείναις, και επίσης κατόπιν τούτου, ότε οι υιοί του Θεού εισήλθον προς τας θυγατέρας των ανθρώπων, και εγέννησαν εις αυτούς τέκνα, οι ίδιοι έγιναν δυνατοί άνδρες, οι περίφημοι της αρχαιότητος». Η εβραϊκή λέξη «Νεφιλίμ» αποδίδεται συνήθως ως «γίγαντες» ή «πεσόντες», ενώ σύμφωνα με τη βιβλική παράδοση εξαλείφθηκαν στον Κατακλυσμό, αν και μεταγενέστερα κείμενα μιλούν για απογόνους τους σε επόμενες γενιές.

Στο βιβλίο των Αριθμών, κεφάλαιο 13, στίχος 33, περιγράφεται συνάντηση των Ισραηλιτών με εξαιρετικά μεγαλόσωμους ανθρώπους: «Και εκεί είδομεν τους γίγαντας, τους υιούς του Ανάκ, εκ των γιγάντων, και ήμεθα κατ’ οφθαλμούς ημών ως ακρίδες, και ούτως ήμεθα και κατ’ οφθαλμούς αυτών». Όσοι υποστηρίζουν τη θεωρία της ύπαρξης γιγάντων, θεωρούν ότι ο πάπυρος Αναστάσι Ι παρέχει εξωβιβλική ένδειξη πως τέτοιοι άνθρωποι ίσως υπήρξαν πράγματι.

Ο πάπυρος είχε πωληθεί από τον έμπορο και αρχαιοπώλη Τζιοβάνι ντ’ Αναστάσι και είναι γραμμένος ως επιστολή από τον γραφέα Χόρι προς άλλον γραφέα, όπως αναφέρει η Daily Mail. Σε χαρακτηριστικό απόσπασμα, ο Χόρι προειδοποιεί για κινδύνους σε στενό ορεινό πέρασμα: «Το στενό φαράγγι είναι γεμάτο Σοσού κρυμμένους κάτω από τους θάμνους, μερικοί από αυτούς είναι τεσσάρων ή πέντε πήχεων, από κεφαλής έως ποδών, αγριόμορφοι, η καρδιά τους δεν είναι ήπια και δεν υπακούουν σε παρακλήσεις. Είσαι μόνος, δεν υπάρχει βοηθός μαζί σου, ούτε στρατός πίσω σου».

Οι Associates for Biblical Research επεσήμαναν το χωρίο αυτό ως ένδειξη ότι οι Σοσού, οι οποίοι ενδέχεται να ήταν Χαναναίοι, είχαν εξαιρετικό ύψος. Όπως ανέφεραν, αυτό θα σήμαινε ότι το ύψος τους κυμαινόταν από περίπου δύο έως και δυόμισι μέτρα, σημειώνοντας ότι το ενδιαφέρον στοιχείο είναι η έμφαση του κειμένου στην ακρίβεια. Άλλοι ειδικοί, ωστόσο, τονίζουν ότι οι Σοσού ή Σασού θεωρούνται από τους ιστορικούς νομαδική ομάδα της Λεβαντίνης, γεγονός που υποδηλώνει ότι οι περιγραφές μπορεί να αντανακλούν στρατιωτικές παρατηρήσεις και όχι κυριολεκτικές αναφορές σε υπερφυσικά όντα.

Πέρα από τον πάπυρο Αναστάσι Ι, έχουν αναφερθεί και άλλα αιγυπτιακά κείμενα που συνδέονται με βιβλικές αφηγήσεις περί γιγάντων. Τα λεγόμενα Αιγυπτιακά Κείμενα Κατάρας, τα οποία απαριθμούν εχθρούς πάνω σε πήλινα αγγεία, αναφέρονται σε «λυ ανάκ», δηλαδή «λαούς του Ανάκ», όνομα που συνδέεται με γίγαντες της Βίβλου. Ορισμένοι αιγυπτιολόγοι, ωστόσο, προειδοποιούν ότι, αν και τα κείμενα αυτά δείχνουν γνώση ξένων φυλών, η ερμηνεία τους ως αναφορά σε κυριολεκτικούς γίγαντες παραμένει υποθετική.

Επιπλέον, γίνεται λόγος για αιγυπτιακές ανάγλυφες παραστάσεις από τη μάχη του Καντές, γύρω στο 1274 π.Χ., οι οποίες απεικονίζουν αιχμαλωτισμένους κατασκόπους των Σοσού που φαίνονται ασυνήθιστα μεγαλόσωμοι. Στη Βίβλο αναφέρεται επίσης ο Ωγ, βασιλιάς της Βασάν, στο βιβλίο του Δευτερονομίου, κεφάλαιο 3, όπου σημειώνεται ότι το κρεβάτι του είχε μήκος εννέα πήχεων και πλάτος τεσσάρων.

Ορισμένοι αρχαιολόγοι της Βίβλου έχουν υποστηρίξει ότι οι αναφορές στον Ωγ ευθυγραμμίζονται με κείμενα της Εγγύς Ανατολής. Σε χαναανιτική πινακίδα αναφέρεται: «Είθε ο Ραπίου, βασιλιάς της αιωνιότητας, να πίνει κρασί… ο θεός που ενθρονίζεται στην Ασταρώθ, ο θεός που κυβερνά στην Εδρεΐ». Τα ονόματα αυτά αντιστοιχούν στους Ρεφαΐμ και στις πόλεις που, σύμφωνα με τη Βίβλο, κυβερνούσε ο Ωγ. Ο Κρίστοφερ Έιμς του Armstrong Institute of Biblical Archaeology έγραψε ότι ο συνδυασμός των ονομάτων Ραπία, Ασταρώθ και Εδρεΐ αποτελεί αξιοσημείωτη σύνδεση με τη βιβλική αφήγηση, προσθέτοντας ότι έχει προταθεί πως το «Ωγ» ίσως ήταν βασιλικός τίτλος και όχι προσωπικό όνομα.

Παρά τα παραπάνω, οι σκεπτικιστές, μεταξύ των οποίων και ο δρ Χάιζερ, παραμένουν αμετακίνητοι, επισημαίνοντας ότι δεν υπάρχουν αρχαιολογικά ευρήματα όπως σκελετικά κατάλοιπα ή υπερμεγέθη κτίσματα που να αποδεικνύουν την ύπαρξη γιγάντων. Το Βρετανικό Μουσείο έχει χαρακτηρίσει τον πάπυρο ως ιστορικό έγγραφο που απεικονίζει τη στρατιωτική ζωή και τη γεωγραφική γνώση της εποχής, χωρίς να καταλήγει σε συμπεράσματα περί υπερφυσικών όντων. Μέχρι σήμερα, τα διαθέσιμα στοιχεία περιορίζονται αποκλειστικά σε επιγραφές και κειμενικές αναφορές, χωρίς φυσικές αποδείξεις που να στηρίζουν την ύπαρξη μιας φυλής γιγάντων.