Πολλαπλά οφέλη σε στρατηγικό, διπλωματικό και οικονομικό επίπεδο φαίνεται πως ετοιμάζεται να αποκομίσει η Ελλάδα, καθώς η χώρα μας βρίσκεται στο επίκεντρο των αμερικανικών σχεδιασμών περί αναδιάταξης των στρατιωτικών δυνάμεων της υπερδύναμης στην Ευρώπη. Οι ΗΠΑ μελετούν πολύ σοβαρά το ενδεχόμενο να αποσύρουν μέρος της παρουσίας τους από άλλα κράτη της γηραιάς ηπείρου και να το μεταφέρουν σε πιο προσφιλείς συμμάχους, όπως είναι η Ελλάδα, αναβαθμίζοντας με αυτόν τον τρόπο τον ρόλο της Αθήνας, που μετατρέπεται όλο και περισσότερο σε κρίσιμο κόμβο όσον αφορά τις εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο και την ευρύτερη περιοχή.
Όπως σημειώνουν οι γνωρίζοντες, η εξέλιξη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία για τη χώρα μας, καθώς συνδέεται τόσο με την αναβάθμιση του γεωπολιτικού της ρόλου όσο και με πρακτικά οφέλη στην οικονομία και την άμυνα. Τα τελευταία χρόνια, η αλήθεια είναι πως επενδύουμε σταθερά στη στενή συνεργασία με τις ΗΠΑ – πέραν της Γαλλίας. Αυτή η στάση φαίνεται πως αξιολογείται θετικά από την Ουάσινγκτον, ειδικά σε μια περίοδο που οι σχέσεις της με άλλους Ευρωπαίους συμμάχους δοκιμάζονται εξαιτίας του πολέμου με το Ιράν.
Θα πρέπει να τονιστεί ότι καθοριστικό ρόλο στις αποφάσεις της αντίπερα όχθης του Ατλαντικού διαδραματίζει η γεωγραφική θέση της χώρας μας. Η Ελλάδα βρίσκεται σε ένα κομβικό σημείο ανάμεσα στην Ευρώπη, τα Βαλκάνια, τη Μαύρη Θάλασσα και την Ανατολική Μεσόγειο, κάτι που της δίνει ιδιαίτερη αξία σε επιχειρησιακό επίπεδο. Σε μια περίοδο που η Μέση Ανατολή παραμένει ασταθής και οι σχέσεις της Δύσης με τη Ρωσία είναι τεταμένες, η δυνατότητα άμεσης πρόσβασης και ευελιξίας που προσφέρει η ελληνική επικράτεια, από τον ακριτικό Έβρο έως την Κρήτη, θεωρείται ιδιαίτερα κρίσιμη.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η βάση της Σούδας στα Χανιά, η οποία ήδη θεωρείται από τις σημαντικότερες για τις αμερικανικές δυνάμεις στην ευρύτερη περιοχή. Η Σούδα εξυπηρετεί τόσο το ναυτικό όσο και την αεροπορία των ΗΠΑ και αποτελεί βασικό κόμβο για επιχειρήσεις που εκτείνονται από την Ανατολική Μεσόγειο έως τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική. Σε περίπτωση ενίσχυσης της αμερικανικής παρουσίας, ο ρόλος της αναμένεται να γίνει ακόμη πιο κεντρικός. Η δε Αλεξανδρούπολη έχει επίσης αναδειχθεί σε κομβικό στρατηγικό σημείο, καθώς μέσω αυτής μεταφέρεται στρατιωτικό υλικό προς την Ουκρανία και δυνάμεις προς την Ανατολική Ευρώπη.

Τα πιθανά οφέλη για την Ελλάδα, όμως, δεν περιορίζονται στη στρατηγική διάσταση. Η αύξηση της αμερικανικής παρουσίας μπορεί να φέρει επενδύσεις, έργα υποδομών και ενίσχυση της τοπικής οικονομίας, ιδιαίτερα σε περιοχές όπου λειτουργούν στρατιωτικές εγκαταστάσεις. Η εμπειρία από άλλες χώρες δείχνει ότι τέτοιες βάσεις δημιουργούν θέσεις εργασίας και αυξάνουν τη ζήτηση σε τοπικές αγορές, από υπηρεσίες έως κατασκευαστικά έργα.
Σύμφωνα με τα σενάρια, πάντως, που εξετάζονται, η Ελλάδα δεν θα είναι η μόνη χώρα που θα μπορούσε να ωφεληθεί. Πολωνία, Ρουμανία και Λιθουανία βρίσκονται επίσης στη λίστα των πιθανών αποδεκτών ενίσχυσης. Πρόκειται κυρίως για χώρες της ανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ ή της ευρύτερης περιοχής που, σύμφωνα με την αμερικανική προσέγγιση, επέδειξαν μεγαλύτερη διάθεση συνεργασίας. Το σχέδιο αυτό συνδέεται άμεσα με τη στάση που κράτησαν ευρωπαϊκές χώρες κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης με το Ιράν. Στην Ουάσινγκτον επικρατεί η άποψη ότι ορισμένοι σύμμαχοι δεν διευκόλυναν τις αμερικανικές επιχειρήσεις κατά της Τεχεράνης, είτε περιορίζοντας τη χρήση εναέριου χώρου είτε θέτοντας όρους για τη χρήση στρατιωτικών βάσεων. Αυτό φαίνεται να οδηγεί σε μια νέα στρατηγική, όπου η παρουσία των ΗΠΑ θα κατευθύνεται περισσότερο προς χώρες που θεωρούνται αξιόπιστες.
Αντίθετα, χώρες όπως η Ισπανία, η Γερμανία, η Ιταλία και η Γαλλία φέρονται να έχουν προκαλέσει δυσαρέσκεια στην Ουάσινγκτον. Σε ορισμένες περιπτώσεις, υπήρξαν περιορισμοί ή καθυστερήσεις στη διευκόλυνση αμερικανικών επιχειρήσεων, ενώ σε άλλες εκφράστηκε ανοιχτή πολιτική διαφωνία. Δεν αποκλείεται, μάλιστα, το ενδεχόμενο μείωσης της αμερικανικής παρουσίας ή ακόμη και κλεισίματος βάσεων σε κάποιες από αυτές τις χώρες, ως μήνυμα πίεσης. Παράλληλα, η αμερικανική στρατιωτική παρουσία στην Ευρώπη, που αριθμεί περίπου 84.000 στρατιωτικούς, παραμένει κρίσιμη για επιχειρήσεις όχι μόνο στην ήπειρο αλλά και σε περιοχές όπως η Μέση Ανατολή και η Αφρική. Η ανακατανομή αυτών των δυνάμεων, ακόμη και σε περιορισμένη κλίμακα, μπορεί να έχει σημαντικές επιπτώσεις στις ισορροπίες εντός του ΝΑΤΟ.
Για την Ελλάδα τώρα, η συγκυρία αυτή δημιουργεί μια σημαντική ευκαιρία, αλλά και μια πρόκληση. Από τη μία πλευρά, μπορεί να ενισχύσει τον ρόλο της ως βασικός σύμμαχος των ΗΠΑ στην περιοχή και να αποκομίσει πολλαπλά οφέλη. Από την άλλη, μια πιο έντονη αμερικανική παρουσία ενδέχεται να τη φέρει πιο κοντά σε γεωπολιτικές εντάσεις και ανταγωνισμούς. Το βασικό ζητούμενο για την Αθήνα είναι να αξιοποιήσει αυτή τη δυναμική με τρόπο που θα ενισχύσει τη θέση της σε βάθος χρόνου. Δηλαδή, να μετατρέψει τη συγκυριακή εύνοια σε σταθερό στρατηγικό πλεονέκτημα, χωρίς να διαταράξει τις ισορροπίες της τόσο με τους Ευρωπαίους εταίρους όσο και με τις ευρύτερες περιφερειακές δυνάμεις.