Πέθανε σε ηλικία 78 ετών ο Αναστάσης Παπαληγούρας, πρώην υπουργός της Νέας Δημοκρατίας και επί σειρά ετών βουλευτής Κορινθίας, όπως έγινε γνωστό το πρωί της Πέμπτης 12 Φεβρουαρίου. Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά αποτυπώματα στη δημόσια διαδρομή του συνδέεται με τη θέσπιση του πρώτου ολοκληρωμένου ειδικού πλαισίου για την ενδοοικογενειακή βία, όπως ανέφερε και η κόρη του, Λένα, σε δηλώσεις της πριν από λίγο καιρό.
Κατά τη θητεία του στο υπουργείο Δικαιοσύνης (2004 έως 2007), στην κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή, προωθήθηκε ο Νόμος 3500/2006 «Για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας και άλλες διατάξεις», που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ Α 232/24.10.2006 και τέθηκε σε ισχύ από 24.01.2007. Ήταν η πρώτη φορά που η πολιτεία έδωσε για πρώτη φορά ένα συγκροτημένο νομικό «λεξιλόγιο» και συγκεκριμένες διαδικασίες για πράξεις βίας μέσα στην οικογένεια, μεταφέροντας το ζήτημα από τη σιωπή της ιδιωτικότητας στο πεδίο της κρατικής προστασίας.
Η θεσμική τομή του Ν. 3500/2006
Με τον Ν. 3500/2006 η ενδοοικογενειακή βία αντιμετωπίζεται ως ζήτημα δημόσιας προστασίας και όχι ως «ιδιωτική υπόθεση». Το πλαίσιο γίνεται πιο αυστηρό και πιο συγκεκριμένο, με επιβαρυντικές περιστάσεις που «ανεβάζουν» την ποινική αντιμετώπιση όταν το θύμα είναι έγκυος, όταν δεν μπορεί να αντισταθεί ή όταν η πράξη τελείται μπροστά σε ανήλικο, αναγνωρίζοντας ότι αυτές οι περιπτώσεις κουβαλούν αυξημένο κίνδυνο και βαθύτερο τραύμα. Παράλληλα, ενισχύεται η προστασία των ανηλίκων, τόσο ως θυμάτων όσο και ως μαρτύρων, με διαδικασίες που περιορίζουν την έκθεσή τους και με ρυθμίσεις για την παραγραφή όταν τα αδικήματα στρέφονται εναντίον τους.
Στο ίδιο πνεύμα, ο νόμος «κλείνει» κοινωνικές γκρίζες ζώνες γύρω από τη συναίνεση στο σεξ μέσα σε σχέση ή γάμο, ενισχύοντας την ποινική θωράκιση απέναντι σε σεξουαλική βία στο οικογενειακό περιβάλλον. Και, για να μη μένει η προστασία στα χαρτιά, προβλέπει εργαλεία άμεσης παρέμβασης, όπως απομάκρυνση του δράστη και περιοριστικούς όρους, ώστε το θύμα και τα παιδιά να μπορούν να νιώσουν ασφάλεια, χωρίς να χρειάζεται να εγκαταλείψουν οι ίδιοι το σπίτι τους.
Τι άλλαξε στην πράξη
Οι βασικές ρυθμίσεις του νόμου κινήθηκαν σε τρεις άξονες: ποινική αντιμετώπιση, προστασία θυμάτων, ειδικές διαδικασίες.
- Ποινές και επιβαρυντικές περιστάσεις: η ενδοοικογενειακή σωματική βλάβη αντιμετωπίζεται με ειδικές διατάξεις και ελάχιστες ποινές. Οι ποινές αυξάνονται όταν το θύμα είναι έγκυος, όταν δεν μπορεί να αντισταθεί ή όταν η πράξη γίνεται μπροστά σε ανήλικο. Προβλέπονται επίσης αυστηρότερες ποινές για ιδιαίτερα βαριές μορφές κακοποίησης, όπως η «μεθοδευμένη πρόκληση έντονου σωματικού πόνου» ή «ψυχικού πόνου» και ειδικά όταν αυτό συνδέεται με «παρατεταμένη απομόνωση», με κακουργηματικό χαρακτήρα.
- Εξαναγκασμός και απειλές: η παράνομη βία και οι απειλές μέσα στην οικογένεια αποκτούν ειδική ποινική μεταχείριση, ώστε να αντιμετωπίζονται πιο στοχευμένα όταν συμβαίνουν στο σπίτι ή μέσα σε οικογενειακή σχέση.
- Σεξουαλικά εγκλήματα: ο νόμος προχωρά σε αλλαγές στον Ποινικό Κώδικα για τον ορισμό του βιασμού και της κατάχρησης σε ασέλγεια, ενισχύοντας την ποινική προστασία και στο οικογενειακό περιβάλλον, όπου συχνά υπήρχε σύγχυση γύρω από τη συναίνεση μέσα σε σχέση ή γάμο.
- Αποζημίωση και αστική προστασία: μπαίνει κατώτατο όριο χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη. Παράλληλα, η άσκηση βίας λαμβάνεται σοβαρά υπόψη και στις οικογενειακές διαφορές, ενώ υπάρχει ειδική πρόβλεψη προστασίας ανηλίκων όταν εφαρμόζεται σωματική τιμωρία με «παιδαγωγικό» πρόσχημα.
- Ταχύτερη παρέμβαση της Δικαιοσύνης: για βασικά αδικήματα ενδοοικογενειακής βίας η δίωξη είναι αυτεπάγγελτη και ενεργοποιείται το αυτόφωρο όπου προβλέπεται, για να μπορεί να κινηθεί πιο γρήγορα ο μηχανισμός προστασίας.
- Απομάκρυνση δράστη και περιοριστικοί όροι: προβλέπονται ρητά μέτρα όπως απομάκρυνση από την οικογενειακή κατοικία, μετοίκηση, απαγόρευση προσέγγισης του θύματος ή συγκεκριμένων χώρων, όπως σπίτι, εργασία, σχολείο παιδιών, κατοικίες συγγενών ή ξενώνες φιλοξενίας. Αυτά μπορούν να επιβληθούν είτε ως ασφαλιστικά μέτρα είτε ως περιοριστικοί όροι στην ποινική διαδικασία.
- Ποινική διαμεσολάβηση με αυστηρούς κανόνες: θεσπίζεται δυνατότητα ποινικής διαμεσολάβησης για συγκεκριμένα πλημμελήματα ενδοοικογενειακής βίας, με προϋποθέσεις και δεσμεύσεις του δράστη. Δεν εφαρμόζεται ως «υποχρεωτική λύση» και υπάρχουν ρητές εξαιρέσεις, ειδικά όταν εμπλέκονται ανήλικοι ή σχέσεις επιτρόπου ή αναδόχου.
- Προστασία ανηλίκων και μαρτύρων: τα μέλη της οικογένειας καταθέτουν ως μάρτυρες χωρίς όρκο. Οι ανήλικοι συνήθως δεν καλούνται στο ακροατήριο και μπορεί να αναγνωστεί η κατάθεσή τους, εκτός αν το δικαστήριο κρίνει απαραίτητη την εξέτασή τους. Η παραγραφή για πράξεις σε βάρος ανηλίκου «παγώνει» μέχρι την ενηλικίωσή του.
- Εχεμύθεια στην προανάκριση: οι Αρχές που κάνουν προανάκριση υποχρεούνται να μην δημοσιοποιούν στοιχεία που μπορούν να αποκαλύψουν την ταυτότητα θύματος και κατηγορουμένου, με πρόβλεψη ποινής για όσους παραβιάζουν την υποχρέωση αυτή.
Γιατί ο νόμος του 2006 παραμένει σημείο αναφοράς
Σήμερα, η κοινωνική ευαισθητοποίηση για την ενδοοικογενειακή βία και τις γυναικοκτονίες στην Ελλάδα έχει ενταθεί και νέες νομικές παρεμβάσεις έχουν ακολουθήσειόπως η κύρωση της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης με τον Ν. 4531/2018 και η αναμόρφωση του πλαισίου με τον Ν. 5172/2025 για την αντιμετώπιση νέων μορφών βίας σε βάρος των γυναικών.
Οι νεότεροι αυτοί νόμοι αυστηροποιούν τις ποινές, ενισχύουν τα περιοριστικά μέτρα και την προστασία θυμάτων και ανηλίκων και επεκτείνουν τις υποχρεώσεις αναφοράς περιστατικών ενδοοικογενειακής βίας για επαγγελματίες πρώτης γραμμής.
Ωστόσο ο Ν. 3500/2006 αντιμετωπίζεται ως η πρώτη συνεκτική «βάση» πάνω στην οποία χτίστηκαν μεταγενέστερες πολιτικές και εργαλεία. Η βαρύτητά του βρίσκεται στο ότι έβαλε κανόνες, όρισε διαδικασίες και περιέγραψε ρητά μέτρα προστασίας, την ώρα που μεγάλο μέρος της βίας στο σπίτι αντιμετωπιζόταν ακόμη ως κάτι που «λύνεται» εντός των τεσσάρων τοίχων.
Διαβάστε τις «Ερωτήσεις – Απαντήσεις» της Ελληνικής Αστυνομίας για περισσότερες διευκρινίσεις ως προς τα νομικά ζητήματα και τις διαδικασίες αντιμετώπισης της ενδοοικογενειακής βίας, καθώς και για πρακτικές οδηγίες προς θύματα, μάρτυρες και επαγγελματίες πρώτης γραμμής