Η συμπλήρωση ενός έτους από την ημέρα που η Καίτη Κωνσταντίνου έφυγε από τη ζωή αποτέλεσε την αφορμή για μια ιδιαίτερα φορτισμένη εκδήλωση μνήμης στη γενέτειρά της, το Αίγιο. Εκεί, ανάμεσα σε ανθρώπους που τη γνώρισαν και την αγάπησαν, ο Μιχάλης Ρέππας πήρε τον λόγο και μοιράστηκε το δικό του προσωπικό «βάρος» για μια σχέση ζωής που βασιζόταν περισσότερο στη σιωπή παρά στα λόγια.

Η «αμίλητη φιλία» και η μεγάλη εκτίμηση

Ο γνωστός δημιουργός, σκιαγραφώντας τον χαρακτήρα της αγαπημένης του συνεργάτιδας, στάθηκε στην εσωτερικότητα που τη διέκρινε. Όπως εξήγησε, η εχεμύθεια και η ακεραιότητα της ηθοποιού ήταν τα στοιχεία που τον έδεσαν μαζί της, αν και παραδέχτηκε πως δεν πρόλαβε να της εκφράσει ποτέ γραπτά ή προφορικά την πραγματική του εκτίμηση.

«Γενικώς η Καίτη δεν μιλούσε. Εκφραζόταν χωρίς λέξεις και κυρίως άκουγε. Καταλάβαινες… καταλάβαινες πάντα τι της αρέσει και τι την αφήνει αδιάφορη, αλλά η Καίτη κυρίως άκουγε. Μπορούσε να σε ακούει να της εξομολογείσαι οτιδήποτε. Αυτή η κάπως αμίλητη φιλία με έδεσε μαζί της όλα αυτά τα χρόνια και επειδή δεν μιλούσε, κι εγώ… ε… δεν της είχα πει ποτέ ότι την εκτιμώ… πόσο την εκτιμούσα και πόσο ψηλά την είχα για την εχεμύθεια και την ακεραιότητά της», ανέφερε χαρακτηριστικά ο Μιχάλης Ρέπας.

Ο μηχανισμός άμυνας απέναντι στην απώλεια

Έναν χρόνο μετά τον θάνατο της Καίτης Κωνσταντίνου, ο Μιχάλης Ρέππας αποκάλυψε πως η συνείδησή του δεν έχει ακόμη επεξεργαστεί πλήρως το γεγονός της απουσίας της. Περιγράφοντας την εσωτερική του κατάσταση, σημείωσε:

«Μη νομίζετε ότι το έχω συνειδητοποιήσει. Όπως… δεν ξέρω, κάτι υπάρχει, ένας μηχανισμός μέσα μου, δεν ξέρω… που ενώ ξέρω τι έχει συμβεί, είναι σαν να μην ξέρω κιόλας».

Στη συζήτηση κυριάρχησε και η αναφορά στην τελευταία της τηλεοπτική εμφάνιση, τον ρόλο της Αλέξις Βροντάκη στη σειρά «Η κατάρα της Τζέλας Δελαφράγκα». Ήταν το «φινάλε» που έγραψαν για εκείνη ο Ρέππας και ο Παπαθανασίου, χωρίς όμως κανείς να γνωρίζει τότε πως θα ήταν η τελευταία της επαγγελματική κατάθεση.

«Δεν το φαντάστηκα ποτέ ότι θα ήταν η τελευταία της δουλειά και η ίδια δεν το πίστευε. Ήταν η προσωποποίηση της αξιοπρέπειας και της δύναμης. Δεν ήθελε με τίποτα να λυγίσει και να τη λυπούνται», κατέληξε ο δημιουργός, αποτυπώνοντας το μεγαλείο της ηθοποιού που μέχρι την τελευταία στιγμή επέλεξε να παραμείνει δυνατή και αξιοπρεπής.