Η 18η Μαρτίου του 1913 ξεκίνησε ως μια ημέρα γιορτής για τη Θεσσαλονίκη, που μόλις είχε αποτινάξει τον οθωμανικό ζυγό. Κατέληξε όμως να γίνει η ημερομηνία που άλλαξε τη μοίρα της χώρας.

Ο Βασιλιάς Γεώργιος Α’, ο άνθρωπος που για μισό αιώνα ισορροπούσε ανάμεσα στις συμπληγάδες της εσωτερικής πολιτικής και των διεθνών πιέσεων, έπεσε νεκρός από τα πυρά ενός «μοναχικού» δράστη, αφήνοντας πίσω του ένα κενό εξουσίας σε μια κρίσιμη στιγμή των Βαλκανικών Πολέμων.

Το μοιραίο απόγευμα στον Λευκό Πύργο
Ήταν λίγο μετά τις 3 το μεσημέρι όταν ο Γεώργιος Α’, ακολουθώντας την καθημερινή του συνήθεια, επέλεξε να περπατήσει στην περιοχή του Λευκού Πύργου.

Παρά το γεγονός ότι η πόλη θύμιζε καζάνι που έβραζε, εκείνος αρνήθηκε πεισματικά την έντονη αστυνομική παρουσία.
Η φράση του πως «ο Βασιλιάς δεν πρέπει να φοβάται τον λαό του» έμελλε να είναι η τραγική του παρακαταθήκη.

Κοντά στη συμβολή των οδών Βασιλίσσης Όλγας και Αγίας Τριάδος, ο Αλέξανδρος Σχινάς τον πλησίασε και τον πυροβόλησε στην πλάτη από ελάχιστη απόσταση. Η σφαίρα διαπέρασε την καρδιά του μονάρχη. Παρά την άμεση μεταφορά του στο νοσοκομείο, ο θάνατός του ήταν ακαριαίος.
Το θολό προφίλ του Αλέξανδρου Σχινά
Ο δολοφόνος, ένας άνθρωπος που οι αρχές της εποχής έσπευσαν να χαρακτηρίσουν ως «αναρχικό», «αλκοολικό» ή «ψυχικά διαταραγμένο», συνελήφθη επί τόπου.

Ωστόσο, η αυτοκτονία του λίγες εβδομάδες αργότερα, όταν έπεσε από το παράθυρο του τμήματος χωροφυλακής, τροφοδότησε για δεκαετίες σενάρια συνωμοσίας.
Πολλοί πίστεψαν ότι ο Σχινάς «αυτοκτονήθηκε» για να μην αποκαλυφθούν οι πραγματικοί ηθικοί αυτουργοί.

Στα σαλόνια της Ευρώπης ψιθυριζόταν έντονα πως πίσω από την επίθεση κρύβονταν γερμανικά συμφέροντα, τα οποία επιθυμούσαν την αντικατάσταση του αγγλόφιλου Γεωργίου από τον γερμανόφιλο γιο του, Κωνσταντίνο.

Ένα «οικογενειακό πένθος» για την Ευρώπη
Ο αντίκτυπος της είδησης στις μεγάλες δυνάμεις ήταν πρωτοφανής. Ο Γεώργιος Α’ δεν ήταν απλώς ένας βασιλιάς· ήταν ο συνδετικός κρίκος των ισχυρότερων δυναστειών.

Ως αδελφός της Βασίλισσας Αλεξάνδρας της Αγγλίας και θείος του Τσάρου Νικόλαου Β’, η δολοφονία του θεωρήθηκε προσωπική τραγωδία για τους ηγέτες της εποχής.
- Μεγάλη Βρετανία: Η είδηση προκάλεσε βαθιά οδύνη, με την Αλεξάνδρα να καταρρέει στο άκουσμα της είδησης.
- Γερμανία: Ο Κάιζερ Γουλιέλμος Β’ κήρυξε πένθος τριών εβδομάδων στην αυλή του.
- Διεθνής Τύπος: Οι εφημερίδες, από τη γαλλική Le Figaro μέχρι τους Times του Λονδίνου, τον περιέγραφαν ως τον «πιο σοφό και δημοκρατικό βασιλιά της Ανατολής», τονίζοντας τη συνετή του παρουσία που κράτησε την Ελλάδα ενωμένη για 50 χρόνια.

Η στρατηγική του Βενιζέλου και ο φόβος της προβοκάτσιας
Στην Αθήνα, η πρώτη αντίδραση της κυβέρνησης υπό τον Ελευθέριο Βενιζέλο ήταν ο απόλυτος συναγερμός. Με τους Βαλκανικούς Πολέμους σε εξέλιξη, υπήρχε ο φόβος ότι ο λαός θα θεωρούσε τον δολοφόνο ξένο πράκτορα (Βούλγαρο ή Τούρκο), κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε λιντσαρίσματα μειονοτήτων και διπλωματική απομόνωση.

Η κυβέρνηση έδρασε αστραπιαία, ανακοινώνοντας πως ο δράστης ήταν Έλληνας, προκειμένου να διασφαλίσει την εσωτερική γαλήνη και να προστατεύσει τις πρόσφατες πολεμικές επιτυχίες στη Μακεδονία.
Η κληρονομιά των 50 ετών
Ο Γεώργιος Α’ έφτασε στην Ελλάδα το 1863 ως νεαρός Δανός πρίγκιπας και κατάφερε να μεταμορφώσει τη χώρα. Επί των ημερών του, η Ελλάδα μεγάλωσε εδαφικά με την προσάρτηση των Επτανήσων, της Θεσσαλίας και μεγάλο μέρος της Μακεδονίας, ενώ καθιερώθηκαν προοδευτικοί θεσμοί, όπως το Σύνταγμα του 1864 και η «Αρχή της Δεδηλωμένης».

Η μεταφορά της σορού του με τη θαλαμηγό «Αμφιτρίτη» και η μεγαλειώδης πομπή στην Αθήνα αποτέλεσαν το τελευταίο αντίο σε έναν ηγεμόνα που, παρά τις πολιτικές αντιθέσεις, θεωρήθηκε ο θεμελιωτής της σύγχρονης Ελλάδας. Ο θάνατός του βρήκε τη χώρα σε μια κρίσιμη ιστορική καμπή, με τον γιο του, Κωνσταντίνο Α’, να καλείται να διαχειριστεί το βάρος μιας βαριάς και αιματοβαμμένης κληρονομιάς.