Μια δικαστική μάχη με στόχο την προστασία της ιδιωτικότητάς του ξεκίνησε ο Τζάστιν Τίμπερλεϊκ, καταθέτοντας αίτηση στο Ανώτατο Δικαστήριο της Κομητείας Σάφολκ. Ο στόχος είναι σαφής: να αποτραπεί η δημοσιοποίηση του βίντεο από τις κάμερες σώματος των αστυνομικών, το οποίο κατέγραψε τη στιγμή της σύλληψής του για οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ τον περασμένο Ιούνιο στη Νέα Υόρκη.

Η επίκληση της προσωπικής φήμης και τα ιατρικά δεδομένα

Στην αίτηση που κατέθεσαν οι νομικοί του εκπρόσωποι, Έντουαρντ Μπερκ Τζούνιορ και Μάικλ Τζ. Ντελ Πιάνο, υπογραμμίζεται ότι το υλικό αυτό περιλαμβάνει «άκρως προσωπικές και ευαίσθητες πληροφορίες που αφορούν στον Τίμπερλεϊκ και την οικογένειά του, συμπεριλαμβανομένων ιατρικών, οικογενειακών και άλλων στοιχείων που δεν είναι απαραίτητα για την ενημέρωση του κοινού».

Σύμφωνα με το σκεπτικό της πλευράς του Τζάστιν Τίμπερλεϊκ, η προβολή του βίντεο θα έχει ολέθριες συνέπειες: «Η δημόσια διάδοση αυτού του υλικού θα προκαλέσει σοβαρή και ανεπανόρθωτη βλάβη στην προσωπική και επαγγελματική φήμη του, θα τον εκθέσει σε δημόσιο χλευασμό και δεν εξυπηρετεί κανένα νόμιμο δημόσιο συμφέρον», αναφέρεται χαρακτηριστικά στα έγγραφα της προσφυγής.

Το αίτημα των πολιτών και η «κόκκινη γραμμή» των δικηγόρων

Η κίνηση αυτή της νομικής ομάδας του τραγουδιστή έρχεται ως απάντηση σε αιτήματα που υπέβαλαν πολίτες, κάνοντας χρήση του Νόμου περί Ελευθερίας Πληροφόρησης (FOIL), προκειμένου να πάρουν στα χέρια τους το οπτικοακουστικό υλικό από το αστυνομικό τμήμα του Σαγκ Χάρμπορ.

Οι δικηγόροι ζητούν πλέον από τον δικαστή μια επείγουσα διαταγή που θα απαγορεύει τη διάθεση του υλικού, «ολόκληρο, είτε ένα μέρος αυτού», σε οποιονδήποτε τρίτο. Παράλληλα, προτείνουν να εξεταστεί το βίντεο με συγκεκριμένες περικοπές (redactions), ώστε να διασφαλιστούν τα ζητήματα προστασίας της ιδιωτικότητας.

Το χρονικό της σύλληψης και η ομολογία ενοχής

Η υπόθεση ξεκίνησε στις 18 Ιουνίου 2024, όταν η BMW του καλλιτέχνη ακινητοποιήθηκε από την αστυνομία μετά την παραβίαση πινακίδας «stop». Στην αναφορά των αρχών σημειωνόταν ότι τα μάτια του «ήταν κατακόκκινα και υγρά», ενώ ο ίδιος είχε δηλώσει τότε στον αστυνομικό: «είχα πιει ένα μαρτίνι».

Αν και αρχικά η πλευρά του υποστήριζε ότι δεν ήταν μεθυσμένος, τον Σεπτέμβριο του 2024 ο Τζάστιν Τίμπερλεϊκ κατέληξε σε συμφωνία, δηλώνοντας ένοχο για την ελαφρύτερη κατηγορία της οδήγησης με μειωμένη ικανότητα. Του επιβλήθηκε πρόστιμο 500 δολαρίων, 25 ώρες κοινωφελούς εργασίας και αφαίρεση της άδειας οδήγησης για 90 ημέρες, καθώς και η υποχρέωση να συμμετάσχει σε ενημερωτική εκστρατεία για τους κινδύνους της αλκοόλ στο τιμόνι.