Η είδηση του αιφνίδιου θανάτου του Λάκη Ραπτάκη, σε ηλικία 79 ετών, σκόρπισε θλίψη σε ανθρώπους της νύχτας, του επιχειρείν και του καλλιτεχνικού χώρου.

Ο επιχειρηματίας που συνέδεσε το όνομά του με τη διασκέδαση σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα «έφυγε» το απόγευμα της Πέμπτης, στο σπίτι του στη Γλυφάδα, προδομένος από την καρδιά του.

Το αποτύπωμα μιας εποχής

Για όσους τον γνώρισαν από κοντά, ο Λάκης Ραπτάκης ήταν κάτι περισσότερο από ένας άνθρωπος των μαγαζιών. Ήταν εκείνος που έστησε, τη δεκαετία του 1980 και του 1990, χώρους που έγιναν σημεία αναφοράς και συνδέθηκαν με την εικόνα μιας ολόκληρης εποχής. Ξεκινώντας από τη Θεσσαλονίκη, έβαλε τη δική του σφραγίδα στα τέλη της δεκαετίας του ’70 με την ντίσκο «Tiffany’s». Ακολούθησαν η «Disco 51» στην οδό Προξένου Κορομηλά, ενώ η δράση του επεκτάθηκε αργότερα και στην Αθήνα, με ονόματα όπως το «Prive», «το Loft», οι «Χάντρες» και η «Αίγλη» στο Ζάππειο.

Συνεργάτες του περιγράφουν έναν άνθρωπο με ένστικτο για το τι ζητά το κοινό και για το πώς αλλάζει η πόλη, όταν αλλάζει ο ρυθμός της νύχτας. Δεν είναι τυχαίο ότι όσοι δούλεψαν δίπλα του επιμένουν πως άλλαξε όλη τη διασκέδαση σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, σε μια διαδρομή που, ειδικά τις δεκαετίες του ’80 και του ’90, έφτασε στο απόγειό της.

«Ήμουν “μαγαζοπαίκτης”, αυτό ήταν το πάθος μου»

«Πάντα μου άρεσε να κάνω το κάτι ξεχωριστό και διαφορετικό. Ήμουν “μαγαζοπαίκτης”, αυτό ήταν το πάθος μου. Το πρώτο μου μαγαζί το άνοιξα στις αρχές του 1972. Ήταν η πρώτη ντίσκο στη Θεσσαλονίκη, στην Ικτίνου, και ήταν ένα υπόγειο που έγινε η πρώτη ντίσκο. Είχα πάει στο Λονδίνο ένα ταξίδι και εκεί είδα τις πρώτες ντίσκο», είπε ο Λάκης Ραπτάκης στην εκπομπή «Στούντιο 4» πριν από έναν χρόνο.

Στη συνέχεια, εμπνευσμένος από το θρυλικό «Studio 54» της Νέας Υόρκης, άνοιξε τη θρυλική «Disco 51» στην οδό Προξένου Κορομηλά 51 στη Θεσσαλονίκη. To 1988 πήγε στην Αθήνα και έφερε επανάσταση στη νυχτερινή ζωή της Αθήνας. «Τα ανατίναξα όλα στην κυριολεξία στη διασκέδαση», σχολίασε ο ίδιος.

«Οι διάσημοι καθόντουσαν σε έναν πριβέ χώρο για να τους βλέπουν οι υπόλοιποι, αλλά να μην μπορούν να τους προσεγγίσουν. Το μαγαζί είχε 3.000 άτομα, αλλά οι 150 ήταν σε έναν χώρο πριβέ», περιέγραφε ο ίδιος στην ΕΡΤ.

Την εποχή των ’90s τα νυχτερινά μαγαζιά ήταν ανοιχτά όλες τις ημέρες της εβδομάδας. «Δεν μπορούσαμε να έχουμε ρεπό. Ήταν μια φορά Καθαρά Δευτέρα και σκέφτηκα να κλείσουμε και μου λένε: “Τι να κλείσουμε; Είμαστε γεμάτοι!”», λέει ο ίδιος.

Στο «Ακρωτήρι» είχε καλέσει τη Σάρον Στόουν με τον Λάκη Ραπτάκη να σχολιάζει: «Ήταν ωραία γυναίκα, είχε μανία με τις γραβάτες και όποιος φορούσε μία, την έπαιρνε. Ήταν μια τρέλα».

«Είμαι για ρεκόρ Γκίνες»

Ο γνωστός επιχειρηματίας έφτιαξε 47 μαγαζιά σε όλη την Ελλάδα με τον ίδιο να έχει πει χαμογελαστός: «Είμαι για ρεκόρ Γκίνες».

Ο θυελλώδης έρωτας με τη Βάνα Μπάρμπα

Βάνα Μπάρμπα - Λάκης Ραπτάκης

Μαζί με τη διαδρομή του στη νυχτερινή ζωή, η προσωπική του ζωή είχε απασχολήσει έντονα τη δημοσιότητα και, για πολλούς, ο πιο «εκρηκτικός» σταθμός της ήταν η σχέση του με τη Βάνα Μπάρμπα, από το 1998 έως το 2000. Ήταν ένας έρωτας που έμεινε στη μνήμη του κοινού για την ένταση, τη δημοσιότητα και τον τρόπο που εξελίχθηκε και τελείωσε, με την υπόθεση να παίρνει διαστάσεις πολύ πέρα από το συνηθισμένο lifestyle ενδιαφέρον.

Η σχέση τους έληξε μέσα σε κλίμα δημόσιας αντιπαράθεσης. Από τη μία πλευρά, η Βάνα Μπάρμπα είχε καταγγείλει περιστατικό έξω από το σπίτι της, αποδίδοντάς το σε ζήλια, καθώς τότε είχε σχέση με τον Αναστάση Μαρασλή, μετέπειτα πατέρα της κόρης της. Από την άλλη, ο Λάκης Ραπτάκης είχε υποστηρίξει πως της είχε δανείσει 50 εκατομμύρια δραχμές, κάτι που εκείνη είχε διαψεύσει.

Βάνα Μπάρμπα - Λάκης Ραπτάκης

Μετά από χρόνια, ωστόσο, αποκατέστησαν τις σχέσεις τους. Έγιναν αχώριστοι φίλοι, μέχρι το τέλος της ζωής του Λάκη Ραπτάκη.