Με μια λιτή αλλά φορτισμένη ανάρτηση στους προσωπικούς της λογαριασμούς στα social media, η Βάνα Μπάρμπα θέλησε να αποχαιρετήσει τον Λάκη Ραπτάκη, ο οποίος έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 79 ετών. Η ηθοποιός, που υπήρξε ζευγάρι με τον ισχυρό άνδρα της νύχτας στα τέλη της δεκαετίας του ’90, ενημέρωσε τους φίλους και τους παλιούς συνεργάτες του για το πού και πότε θα πραγματοποιηθεί η εξόδιος ακολουθία.

«Αγαπητοί φίλοι όσοι θέλετε να αποχαιρετίσετε τον αγαπημένο μας φίλο Λάκη Ραπτάκη, την Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου, στην Γλυφάδα, στο καινούριο κοιμητήριο. Στην εκκλησία Άγιος Ταξιάρχης 11 η ώρα θα σας περιμένουμε με εκτίμηση», έγραψε χαρακτηριστικά η ηθοποιός, θέτοντας το τέλος σε μια διαδρομή που απασχόλησε έντονα την κοινή γνώμη.

Το αιφνίδιο τέλος και η «εκρηκτική» κοινή πορεία

Σύμφωνα με πληροφορίες, ο επιχειρηματίας «προδόθηκε» από την καρδιά του στο σπίτι του στη Γλυφάδα, το απόγευμα της Πέμπτης 5 Φεβρουαρίου. Η είδηση της απώλειάς του ξύπνησε μνήμες από μια ολόκληρη εποχή, καθώς το όνομά του είχε συνδεθεί άρρηκτα με τον θυελλώδη έρωτά του με τη Βάνα Μπάρμπα από το 1998 έως το 2000.

Ήταν μια σχέση που κυριάρχησε στα πρωτοσέλιδα, με εντάσεις και δημόσιες αντιπαραθέσεις που έμειναν στην ιστορία του εγχώριου lifestyle.

Βάνα Μπάρμπα_Λάκης Ραπτάκης

Παρά τις κόντρες του παρελθόντος και τις εκατέρωθεν καταγγελίες εκείνης της περιόδου, η σημερινή απώλεια φαίνεται πως κλείνει οριστικά τους παλιούς λογαριασμούς. Ο Λάκης Ραπτάκης υπήρξε ο άνθρωπος που «ανατίναξε» τα δεδομένα στη διασκέδαση, δημιουργώντας χώρους-σύμβολα όπως η Tiffanys στη Θεσσαλονίκη και η Αίγλη στο Ζάππειο.

«Πάντα μου άρεσε να κάνω το κάτι ξεχωριστό και διαφορετικό. Ήμουν “μαγαζοπαίκτης”, αυτό ήταν το πάθος μου», είχε δηλώσει ο ίδιος πριν από έναν χρόνο στην εκπομπή «Στούντιο 4», περιγράφοντας πώς μετέτρεψε ένα υπόγειο στην οδό Ικτίνου στην πρώτη ντίσκο της συμπρωτεύουσας το 1972.

Η κληρονομιά που αφήνει πίσω του στη νυχτερινή Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη είναι μεγάλη, έχοντας θεσπίσει τη λογική των prive χώρων, όπου οι διάσημοι της εποχής «καθόντουσαν για να τους βλέπουν οι υπόλοιποι, αλλά να μην μπορούν να τους προσεγγίσουν».