Σε μια περίοδο όπου τα συστήματα υγείας δοκιμάζονται διεθνώς, η ποιότητα της φροντίδας και η ασφάλεια των ασθενών αναδεικνύονται σε κρίσιμους δείκτες αξιοπιστίας και αποτελεσματικότητας. Η Ελλάδα έχει ήδη κάνει σημαντικά βήματα, όμως το επόμενο στάδιο απαιτεί κάτι περισσότερο από καλές προθέσεις: απαιτεί συστηματική μέτρηση, διαφάνεια και ουσιαστική αξιοποίηση των δεδομένων.

Ο Dr. João Breda, επικεφαλής του Γραφείο του ΠΟΥ για την Ποιότητα της Φροντίδας και την Ασφάλεια των Ασθενών στην Αθήνα, μίλησε στο newsbeast αποτυπώνοντας με σαφήνεια τις βασικές προτεραιότητες, τις διαρθρωτικές προκλήσεις και τις ρεαλιστικές λύσεις για ένα σύστημα υγείας που φιλοδοξεί να γίνει πιο ασφαλές, πιο δίκαιο και πραγματικά ανθρωποκεντρικό. Με αιχμή του δόρατος τη φωνή των ασθενών και τη δύναμη των δεδομένων, το ζητούμενο δεν είναι απλώς η βελτίωση, αλλά η μετάβαση σε μια νέα κουλτούρα ποιότητας.

Με βάση την εμπειρία σας από το έργο του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας στην Ευρώπη, ποιες είναι οι βασικές προτεραιότητες για τη βελτίωση της ποιότητας της φροντίδας στην Ελλάδα τα επόμενα χρόνια;

Μία από τις βασικές προτεραιότητες για την Ελλάδα τα επόμενα χρόνια είναι να συνεχίσει την ενίσχυση ενός συστήματος υγείας όπου η ποιότητα δεν θεωρείται δεδομένη, αλλά μετράται, παρακολουθείται και βελτιώνεται συστηματικά. Η ποιότητα της φροντίδας δεν αφορά μόνο τη διασφάλιση της πρόσβασης στις υπηρεσίες, αφορά επίσης τη διασφάλιση ότι η φροντίδα είναι ασφαλής, αποτελεσματική, έγκαιρη, ανθρωποκεντρική και δίκαιη.

Αυτό σημαίνει περαιτέρω επενδύσεις σε αξιόπιστα δεδομένα, τυποποιημένους δείκτες ποιότητας και θεσμική ικανότητα για τη χρήση τους στη λήψη καλύτερων αποφάσεων. Σημαίνει επίσης υποστήριξη του ανθρώπινου δυναμικού υγείας, ενίσχυση της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, βελτίωση του συντονισμού μεταξύ των διαφορετικών επιπέδων φροντίδας και διασφάλιση ότι η εμπειρία των ασθενών αποτυπώνεται ουσιαστικά στον σχεδιασμό και τη βελτίωση των υπηρεσιών. Η Ελλάδα έχει ήδη κάνει σημαντικά βήματα προς αυτή την κατεύθυνση και υπάρχει πλέον μια πολύτιμη ευκαιρία να αξιοποιηθεί αυτή η πρόοδος με στρατηγικό και βιώσιμο τρόπο.

Ποιες είναι οι σημαντικότερες προκλήσεις που αντιμετωπίζει σήμερα το ελληνικό σύστημα υγείας στον τομέα της ασφάλειας των ασθενών και πώς μπορούν να αντιμετωπιστούν θεσμικά;

Όπως πολλά συστήματα υγείας, η Ελλάδα αντιμετωπίζει αρκετές προκλήσεις στην ποιότητα της φροντίδας και την ασφάλεια των ασθενών, όπως διαφοροποιήσεις στις πρακτικές μεταξύ δομών, πιέσεις στο ανθρώπινο δυναμικό, κατακερματισμό της πληροφορίας και την ανάγκη για πιο συστηματικές προσεγγίσεις στην αναγνώριση κινδύνων και την άντληση μαθημάτων από ανεπιθύμητα συμβάντα.

Αυτές οι προκλήσεις μπορούν να αντιμετωπιστούν μόνο μέσω μιας ολιστικής προσέγγισης σε επίπεδο συστήματος. Η ασφάλεια των ασθενών πρέπει να ενσωματωθεί στη διακυβέρνηση, στις διαδικασίες διοίκησης και στην καθημερινή κλινική πρακτική. Αυτό απαιτεί σαφείς εθνικές προτεραιότητες, κατευθυντήριες οδηγίες και πρωτόκολλα βασισμένα σε τεκμήρια, συνεπή μέτρηση, αποτελεσματικά συστήματα αναφοράς και μάθησης, καθώς και ισχυρή ηγεσία σε όλα τα επίπεδα του συστήματος.

Παράλληλα, οι επαγγελματίες υγείας πρέπει να υποστηρίζονται με κατάλληλη εκπαίδευση, πρακτικά εργαλεία και μια κουλτούρα ασφάλειας που προάγει τη μάθηση, τη διαφάνεια και τη συνεχή βελτίωση. Η έμφαση πρέπει να δίνεται πάντα στην ενίσχυση των συστημάτων, ώστε η ασφαλής φροντίδα να παρέχεται με συνέπεια σε κάθε ασθενή.

Ποιος είναι ο ρόλος των ασθενών και των συλλόγων τους στη διαμόρφωση πολιτικών για την ποιότητα της φροντίδας και πώς μπορεί να ενισχυθεί στην ελληνική πραγματικότητα;

Οι ασθενείς και οι σύλλογοί τους διαδραματίζουν ζωτικό ρόλο στη διαμόρφωση πολιτικών για την ποιότητα της φροντίδας, καθώς φέρνουν την οπτική της βιωμένης εμπειρίας. Η συμβολή τους βοηθά τα συστήματα υγείας να κατανοήσουν όχι μόνο τι είναι κλινικά σημαντικό, αλλά και τι έχει μεγαλύτερη σημασία για τους ανθρώπους στην καθημερινή τους επαφή με τις υπηρεσίες.

Στο ελληνικό πλαίσιο, αυτός ο ρόλος μπορεί να ενισχυθεί μέσω πιο δομημένης και σταθερής συμμετοχής σε διαδικασίες διαβούλευσης, σχεδιασμού και αξιολόγησης. Η εμπειρία και η ανατροφοδότηση των ασθενών θα πρέπει να θεωρούνται βασικό στοιχείο της βελτίωσης της ποιότητας, μαζί με τα κλινικά και λειτουργικά δεδομένα.

Πρόκειται για μια αναπτυσσόμενη διεθνή πρακτική, μέσω δεικτών και μετρήσεων που βασίζονται στις αναφορές των ασθενών, καθώς και μέσω ερευνών που καταγράφουν τη φωνή των πολιτών. Με τη δημιουργία ισχυρότερων διαύλων συμμετοχής των συλλόγων ασθενών στον διάλογο πολιτικής και στον σχεδιασμό υπηρεσιών, το σύστημα υγείας μπορεί να γίνει πιο ανταποκρινόμενο, πιο διαφανές και πιο ανθρωποκεντρικό.

Ποιες είναι οι βασικές δράσεις και πρωτοβουλίες που υλοποιεί το Γραφείο του ΠΟΥ/Ευρώπης στην Αθήνα για την ποιότητα της φροντίδας και την ασφάλεια των ασθενών;

Το Γραφείο του ΠΟΥ για την Ποιότητα της Φροντίδας και την Ασφάλεια των Ασθενών στην Αθήνα συνεργάζεται στενά με το Υπουργείο Υγείας, τις Υγειονομικές Περιφέρειες και εθνικούς εταίρους, προκειμένου να υποστηρίξει την ενίσχυση της ποιότητας της φροντίδας και της ασφάλειας των ασθενών στην Ελλάδα.

Κεντρική πρωτοβουλία αυτής της προσπάθειας αποτελεί το έργο Health-IQ, το οποίο υποστηρίζει τη συστηματική μέτρηση, παρακολούθηση και βελτίωση της ποιότητας σε όλο το σύστημα υγείας. Το έργο περιλαμβάνει την υποστήριξη για την ανάπτυξη και εφαρμογή της πλατφόρμας Quality-for-All, η οποία συμβάλλει στη μετατροπή κατακερματισμένων δεδομένων σε ουσιαστικούς και συγκρίσιμους δείκτες για δράση. Περιλαμβάνει επίσης επισκέψεις σε δομές υγείας, τεχνική συνεργασία με τοπικές ομάδες και εκπαιδευτικές δραστηριότητες για την ενίσχυση της ικανότητας βελτίωσης με βάση δεδομένα.

Ευρύτερα, το Γραφείο υποστήριξε το Υπουργείο Υγείας στην ανάπτυξη και υιοθέτηση της Εθνικής Στρατηγικής για την Ποιότητα της Φροντίδας Υγείας και την Ασφάλεια των Ασθενών στην Ελλάδα 2025–2030 (ΟΔΙΠΥ), η οποία οραματίζεται ένα σύστημα υγείας όπου η ποιότητα αποτελεί καθημερινή δέσμευση και διασφαλίζει ότι όλοι οι πολίτες εμπιστεύονται ότι η φροντίδα είναι ασφαλής, με σεβασμό, δίκαιη και αποδοτική.

Παράλληλα, σε συνεχή κοινή προσπάθεια, η ελληνική κυβέρνηση και το Γραφείο επικεντρώνονται στην προώθηση της ψυχικής υγείας παιδιών και εφήβων μέσω του Ευρωπαϊκού Προγράμματος του ΠΟΥ για την Ποιότητα της Φροντίδας Ψυχικής Υγείας Παιδιών και Εφήβων, θέτοντας νέα πρότυπα για την Περιφέρεια. Η πρωτοβουλία στοχεύει στη βελτίωση της ποιότητας των υπηρεσιών και στη δημιουργία σημείου αναφοράς για την Ευρωπαϊκή Περιφέρεια του ΠΟΥ. Πρόσφατες δράσεις περιλαμβάνουν την ανάπτυξη δεικτών ποιότητας για την αξιολόγηση και βελτίωση των υπηρεσιών ψυχικής υγείας παιδιών και εφήβων.

Ταυτόχρονα, βρίσκονται σε εξέλιξη δράσεις για την ενίσχυση της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας και της δημόσιας υγείας στην Ελλάδα μέσω του προγράμματος 3PH («Ενίσχυση του Συστήματος Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας στην Ελλάδα μέσω της βελτίωσης της προσβασιμότητας, της ποιότητας και της βιωσιμότητας»), σε συνεργασία με το Υπουργείο Υγείας.

Ποιες καλές πρακτικές από άλλες ευρωπαϊκές χώρες θα μπορούσαν να προσαρμοστούν αποτελεσματικά στο ελληνικό σύστημα υγείας;

Ένα από τα βασικότερα διδάγματα από την Ευρωπαϊκή Περιφέρεια είναι ότι η βιώσιμη πρόοδος στην ποιότητα της φροντίδας εξαρτάται από ισχυρά συστήματα και όχι από μεμονωμένες δράσεις. Τα στοιχεία δείχνουν ότι περίπου το 70% των πρωτοβουλιών βελτίωσης της ποιότητας υλοποιούνται σε επίπεδο μονάδας υγείας, κάτι που δεν επαρκεί για τη βελτίωση των αποτελεσμάτων υγείας και την επίτευξη Καθολικής Υγειονομικής Κάλυψης.

Η κατεύθυνση είναι σαφής: η βελτίωση των αποτελεσμάτων για όλους απαιτεί συντονισμένη προσέγγιση σε επίπεδο συστήματος, με ισχυρή ηγεσία, στοχευμένη εκπαίδευση του προσωπικού, διαφορετικά μοντέλα παροχής φροντίδας (ενισχυμένα από τεχνητή νοημοσύνη και νέες τεχνολογίες) και ενεργή συμμετοχή ασθενών, οικογενειών και φροντιστών.

Ωστόσο, στην Ευρωπαϊκή Περιφέρεια του ΠΟΥ, μόνο 1 στις 3 χώρες έχει αναπτύξει εθνικές πολιτικές για την ποιότητα της φροντίδας και την ασφάλεια των ασθενών. Πρακτικές που θα μπορούσαν να είναι ιδιαίτερα σχετικές για την Ελλάδα περιλαμβάνουν τη συστηματική χρήση τυποποιημένων δεικτών ποιότητας, την ενίσχυση της ψηφιακής διαλειτουργικότητας, πιο δομημένη διακυβέρνηση για την ασφάλεια των ασθενών και τη συστηματική ενσωμάτωση της οπτικής των ασθενών στις διαδικασίες αξιολόγησης και βελτίωσης.

Ένα ακόμη σημαντικό δίδαγμα είναι ότι τα δεδομένα δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο για αναφορά, αλλά και ως πρακτικό εργαλείο μάθησης και βελτίωσης σε επίπεδο μονάδας. Αρκετές χώρες έχουν δείξει ότι η πρόοδος είναι μεγαλύτερη όταν οι εθνικές στρατηγικές συνδέονται στενά με την πρακτική εφαρμογή σε νοσοκομεία και δομές πρωτοβάθμιας φροντίδας. Η Ελλάδα βρίσκεται σε καλή θέση να προσαρμόσει τέτοιες πρακτικές με βάση το δικό της πλαίσιο και τις θεσμικές της δυνατότητες.

Πόσο εφικτός είναι ο στόχος του “zero harm” στα ελληνικά νοσοκομεία και ποια βήματα απαιτούνται σε επίπεδο πολιτικής και διοίκησης;

Ο στόχος του «zero harm» αποτελεί έναν σημαντικό και εποικοδομητικό στόχο. Στέλνει ένα σαφές μήνυμα ότι η αποτρέψιμη βλάβη δεν πρέπει ποτέ να θεωρείται αποδεκτή και ότι η ασφάλεια των ασθενών πρέπει να βρίσκεται στο επίκεντρο της βελτίωσης του συστήματος υγείας.

Ο ΠΟΥ εκτιμά ότι περίπου το 10% των ασθενών ενδέχεται να υποστούν βλάβη στις υπηρεσίες υγείας, με το 50% αυτής να είναι αποτρέψιμο. Η προσέγγιση αυτού του στόχου απαιτεί ισχυρή ηγεσία, σαφή λογοδοσία, συστηματική παρακολούθηση δεικτών ασφάλειας, αποτελεσματικά συστήματα αναφοράς και μάθησης, καθώς και συνεχή επένδυση στο ανθρώπινο δυναμικό και στην κουλτούρα ασφάλειας.

Απαιτεί επίσης ένα περιβάλλον στο οποίο οι επαγγελματίες υγείας αισθάνονται υποστηριζόμενοι ώστε να εντοπίζουν έγκαιρα κινδύνους, να μιλούν ανοιχτά και να εφαρμόζουν δράσεις βελτίωσης. Υπό αυτή την έννοια, το «zero harm» δεν αποτελεί μία μεμονωμένη παρέμβαση, αλλά μια μακροπρόθεσμη δέσμευση για ασφαλέστερα συστήματα και καλύτερη φροντίδα.

Ποια θα ήταν η μία πολιτική προτεραιότητα που θα προτείνατε για την Ελλάδα, ώστε να επιτευχθεί άμεσα μετρήσιμη βελτίωση στην ασφάλεια των ασθενών;

Εάν έπρεπε να αναδειχθεί μία πολιτική προτεραιότητα, αυτή θα ήταν η συστηματική χρήση τυποποιημένων δεικτών ασφάλειας των ασθενών και ποιότητας σε όλο το σύστημα υγείας. Ό,τι μετράται με συνέπεια μπορεί να κατανοηθεί καλύτερα, να συζητηθεί πιο ανοιχτά και να βελτιωθεί πιο αποτελεσματικά.

Η ενίσχυση της τακτικής συλλογής, ανάλυσης και αξιοποίησης αξιόπιστων δεδομένων θα επέτρεπε την έγκαιρη αναγνώριση κινδύνων, τη μείωση των αδικαιολόγητων διαφοροποιήσεων στη φροντίδα και την υποστήριξη πιο στοχευμένων και έγκαιρων παρεμβάσεων. Πρόκειται όχι μόνο για τεχνική προτεραιότητα, αλλά και για προτεραιότητα διακυβέρνησης, καθώς ενισχύει τη διαφάνεια, τη λογοδοσία και τη λήψη αποφάσεων βάσει τεκμηρίων. Όταν συνδυάζεται με τη συμμετοχή του ανθρώπινου δυναμικού και τη θεσμική υποστήριξη, μπορεί να αποτελέσει ισχυρή βάση για μετρήσιμες βελτιώσεις στην ασφάλεια των ασθενών.