Πρόσθεσε το Newsbeast στις προτεινόμενες πηγές σου στη Google

Σε μια προκλητική απόπειρα ιστορικής αντιστροφής, το τουρκικό κρατικό πρακτορείο Anadolu ζητά ουσιαστικά από την Ελλάδα να καθίσει στο εδώλιο για την Ελληνική Επανάσταση του 1821. Με άρθρο του υπό τον τίτλο ότι, σύμφωνα με «ειδικούς», η Ελλάδα πρέπει να αντιμετωπίσει τις «συστηματικές σφαγές» που φέρεται να διέπραξε κατά Τούρκων στον Μοριά, το Anadolu επιχειρεί να παρουσιάσει τον απελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων ως οργανωμένο έγκλημα κατά των Οθωμανών μουσουλμάνων της Πελοποννήσου.

Το δημοσίευμα φιλοξενεί τρεις Τούρκους ακαδημαϊκούς, τον καθηγητή Αλί Φουάτ Ορέντς, την αναπληρώτρια καθηγήτρια Εμέτε Γκιόζουγκιουζελί και τον αναπληρωτή καθηγητή Μπουλέντ Ακγιάι, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι οι Έλληνες επαναστάτες στόχευσαν «σκόπιμα και συστηματικά» τον τουρκικό πληθυσμό του Μοριά, με σκοπό να δημιουργήσουν μια «ομοιογενή χριστιανική-ρωμαίικη κοινωνία».

Η επιλογή των λέξεων δεν είναι αθώα. Το Anadolu δεν μιλά απλώς για αιματηρά γεγονότα ενός πολέμου ανεξαρτησίας. Χρησιμοποιεί όρους όπως «γενοκτονία», «εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας», «συστηματικές επιθέσεις» και «σχεδιασμένη εξόντωση», επιχειρώντας να μετατρέψει το 1821 από Επανάσταση ενός υπόδουλου λαού σε ιδρυτικό αμάρτημα του ελληνικού κράτους.

Τι ισχυρίζεται το Anadolu για τον Μοριά

Ο βασικός ισχυρισμός του άρθρου είναι ότι οι Έλληνες επαναστάτες δεν κινήθηκαν εναντίον της οθωμανικής εξουσίας, αλλά εναντίον ενός ολόκληρου πληθυσμού. Ο Ορέντς υποστηρίζει ότι στον Μοριά «δεκάδες χιλιάδες Τούρκοι σφαγιάστηκαν ανελέητα» και ότι «σε όλες τις πόλεις της Ελλάδας οι Τούρκοι εξοντώθηκαν». Φτάνει μάλιστα να ισχυριστεί ότι «όλα τα τουρκικά ίχνη εξαφανίστηκαν από την Πελοπόννησο».

Στο ίδιο πλαίσιο, το Anadolu επικεντρώνει στην Τριπολιτσά, παρουσιάζοντας την άλωση της πόλης ως «σπάνιο παράδειγμα θηριωδίας» και υιοθετώντας τον ισχυρισμό ότι 40.000 Τούρκοι σφαγιάστηκαν, ενώ γυναίκες και παιδιά πουλήθηκαν σε σκλαβοπάζαρα.

Η τουρκική ανάγνωση είναι εξόφθαλμα μονόπλευρη. Η Τριπολιτσά ήταν πράγματι μια από τις πιο σκοτεινές και αιματηρές στιγμές της Επανάστασης. Αυτό το γνωρίζει και το αναγνωρίζει η ελληνική ιστοριογραφία. Όμως το Anadolu αποσιωπά ότι μιλάμε για έναν σκληρό πόλεμο ανεξαρτησίας μέσα σε μια αυτοκρατορία, όπου η βία δεν ήταν μονομερής, ούτε ξεκίνησε με τους Έλληνες. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν ήταν άμαχος παρατηρητής της Ιστορίας· ήταν η κυρίαρχη δύναμη από την οποία οι Έλληνες επαναστάτησαν.

Το ανιστόρητο επιχείρημα για τον εθνικό ύμνο

Ακόμη πιο προκλητικός είναι ο ισχυρισμός του Ορέντς ότι οι Έλληνες δήθεν έκαναν εθνικό ύμνο ένα ποίημα που «υμνεί τη σφαγή της Τριπολιτσάς». Σύμφωνα με το Anadolu, τόσο η Ελλάδα όσο και η Κυπριακή Δημοκρατία «ακούν με περηφάνια» έναν ύμνο που τρέφεται από ποίημα το οποίο εξυμνεί σφαγές Τούρκων.

Πρόκειται για διατύπωση που ξεπερνά την ιστορική ερμηνεία και μπαίνει ευθέως στη σφαίρα της πολιτικής προπαγάνδας. Ο «Ύμνος εις την Ελευθερίαν» του Διονυσίου Σολωμού δεν είναι ύμνος σε σφαγή. Είναι ποίημα για την ελευθερία, για την ανάσταση ενός έθνους, για την επανάσταση απέναντι στην οθωμανική κυριαρχία. Το να παρουσιάζεται ως ύμνος μίσους κατά των Τούρκων είναι χονδροειδής παραποίηση.

Το Anadolu εδώ δεν κάνει ιστορική ανάλυση. Επιχειρεί να χτυπήσει ένα από τα κορυφαία σύμβολα του ελληνικού κράτους: τον εθνικό ύμνο. Και αυτό αποκαλύπτει τον πραγματικό στόχο του δημοσιεύματος. Δεν ενδιαφέρεται να ανοίξει διάλογο για το παρελθόν. Θέλει να απονομιμοποιήσει τα θεμέλια της ελληνικής εθνικής ταυτότητας.

Από το 1821 στο Αιγαίο: Εκεί φαίνεται η στόχευση

Το άρθρο του Anadolu δεν σταματά στον Μοριά. Ο Ορέντς περνά από την Τριπολιτσά στο Αιγαίο, ισχυριζόμενος ότι «τα νησιά δόθηκαν άδικα στην Ελλάδα με τη στήριξη των Ευρωπαίων» και ότι «η σημερινή κατανομή στο Αιγαίο είναι εξαιρετικά άδικη».

Εδώ πέφτει η μάσκα. Αν το άρθρο ήταν αμιγώς ιστορικό, δεν θα χρειαζόταν να μιλήσει για τη σημερινή κατανομή του Αιγαίου. Η αναφορά στα νησιά δείχνει ότι το 1821 χρησιμοποιείται ως εργαλείο για να στηριχθούν σημερινές τουρκικές διεκδικήσεις και αναθεωρητικά αφηγήματα.

Το Anadolu κάνει αυτό που συχνά κάνει η τουρκική κρατική επικοινωνία: παίρνει ένα ιστορικό τραύμα, το φορτώνει με σημερινή γεωπολιτική σκοπιμότητα και το μετατρέπει σε επιχείρημα κατά της Ελλάδας στο παρόν. Το μήνυμα είναι σαφές: η Ελλάδα, κατά το τουρκικό αφήγημα, δεν είναι απλώς «ένοχη» για το παρελθόν, αλλά και «άδικα ωφελημένη» στο Αιγαίο σήμερα.

Το αφήγημα περί «ελληνικής επιθετικότητας» από το 1830 μέχρι σήμερα

Το Anadolu φιλοξενεί επίσης τον ισχυρισμό ότι η Ελλάδα, από την ανεξαρτησία της το 1830 και μετά, είχε «διαρκώς αρνητική στάση» απέναντι στους Τούρκους και χρησιμοποίησε την «τουρκική εχθρότητα» ως βασικό εργαλείο για να χτίσει την εθνική της ταυτότητα. Στο ίδιο σημείο συνδέεται η ελληνική εθνική συγκρότηση με τη Μεγάλη Ιδέα, την οποία το άρθρο παρουσιάζει αποκλειστικά ως επεκτατικό σχέδιο σε βάρος τουρκικών εδαφών.

Αυτή η ανάγνωση είναι βολική για την Άγκυρα, αλλά ιστορικά μισή. Η Ελλάδα του 19ου αιώνα δεν προέκυψε επειδή «μισούσε τους Τούρκους». Προέκυψε επειδή ένας υπόδουλος πληθυσμός διεκδίκησε πολιτική ανεξαρτησία από μια αυτοκρατορία. Η ταύτιση της ελληνικής εθνικής μνήμης με την «τουρκική εχθρότητα» είναι προσπάθεια να παρουσιαστεί η ίδια η ύπαρξη του ελληνικού κράτους ως αποτέλεσμα αντιτουρκικού μίσους.

Με αυτή τη λογική, κάθε βαλκανική επανάσταση εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας θα μπορούσε να βαφτιστεί «εχθροπάθεια». Αυτό όμως δεν είναι Ιστορία. Είναι αυτοκρατορική νοσταλγία μεταμφιεσμένη σε ακαδημαϊκή ανάλυση.

Η προσπάθεια να μπει και η Μικρασιατική Εκστρατεία στο ίδιο κάδρο

Το άρθρο συνεχίζει με αναφορές στη Μικρασιατική Εκστρατεία. Ο Ορέντς υποστηρίζει ότι μετά την απόβαση στη Σμύρνη στις 15 Μαΐου 1919, οι ελληνικές δυνάμεις διέπραξαν «βαριές σφαγές» και «σοβαρές καταπιέσεις» σε περιοχές μέχρι το Αφιόν, προσθέτοντας ότι όλα αυτά είναι δήθεν καταγεγραμμένα σε διεθνείς εκθέσεις.

Και εδώ η μέθοδος είναι η ίδια: όλα τα ιστορικά επεισόδια μπαίνουν σε μια ενιαία γραμμή «ελληνικής βαρβαρότητας». Από τον Μοριά του 1821, στη Σμύρνη του 1919 και από εκεί στη σημερινή Δυτική Θράκη και το Αιγαίο.

Δεν υπάρχει καμία διάθεση ισορροπημένης ιστορικής αποτίμησης. Δεν υπάρχει αναφορά στο τι υπέστη ο ελληνικός πληθυσμός της Μικράς Ασίας, ούτε στην Καταστροφή της Σμύρνης, ούτε στον ξεριζωμό εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων. Υπάρχει μόνο μια προσεκτικά στημένη γραμμή που θέλει την Ελλάδα μόνιμο θύτη και την Τουρκία μόνιμο θύμα.

Η λέξη «γενοκτονία» ως εργαλείο αντιστροφής

Η πιο βαριά κατηγορία έρχεται από την Γκιόζουγκιουζελί, η οποία χαρακτηρίζει τα γεγονότα της Τριπολιτσάς ως ένδειξη «γενοκτονίας» και κάνει λόγο για «εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας». Υποστηρίζει μάλιστα ότι η Τουρκία πρέπει να τιμά τα γεγονότα αυτά ως «ημέρα μνήμης γενοκτονίας» για τους Τούρκους και τον μουσουλμανικό πληθυσμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Η χρήση αυτών των όρων δεν είναι τυχαία. Η Τουρκία, που αρνείται σταθερά να αναγνωρίσει ιστορικές ευθύνες για εγκλήματα κατά χριστιανικών πληθυσμών της Ανατολής, επιχειρεί τώρα να αντιστρέψει το κατηγορητήριο. Να εμφανιστεί όχι ως κληρονόμος μιας αυτοκρατορίας με βαρύ ιστορικό βίας, αλλά ως θύμα που ζητά δικαίωση.

Αυτό δεν είναι ιστορική μνήμη. Είναι ανταγωνιστική θυματοποίηση. Είναι απόπειρα να δημιουργηθεί ένα τουρκικό αντίβαρο απέναντι στις ιστορικές μνήμες των Ελλήνων, των Αρμενίων και άλλων χριστιανικών πληθυσμών.

Η επίκληση Κολοκοτρώνη και ξένων ιστορικών

Το Anadolu επικαλείται και μαρτυρίες της εποχής. Η Γκιόζουγκιουζελί αναφέρει ότι ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης στα απομνημονεύματά του έγραψε πως από την Παρασκευή ως την Κυριακή οι Έλληνες στρατιώτες σκότωναν γυναίκες, παιδιά και άνδρες. Επικαλείται επίσης τον Βρετανό ιστορικό William St. Clair και τον Σκωτσέζο George Finlay για τις σφαγές αμάχων στην Τριπολιτσά.

Το ζήτημα δεν είναι ότι δεν υπήρξαν σφαγές. Υπήρξαν. Το ζήτημα είναι ότι το Anadolu χρησιμοποιεί τις μαρτυρίες επιλεκτικά, για να αφαιρέσει από την Επανάσταση το πλαίσιο της οθωμανικής κυριαρχίας και να την παρουσιάσει ως μονοδιάστατο σχέδιο εξόντωσης. Μια ιστορική μαρτυρία για τη φρίκη ενός πολέμου δεν μπορεί να μετατρέπεται αυτομάτως σε πολιτικό όπλο κατά της ίδιας της νομιμότητας ενός απελευθερωτικού αγώνα.

Η σοβαρή ιστοριογραφία δεν κρύβει τη βία. Αλλά δεν επιτρέπει και την εργαλειοποίησή της.

Αν η Άγκυρα θέλει να ανοίξει τον φάκελο των σφαγών του 1821, τότε οφείλει να τον ανοίξει ολόκληρο: από την Κωνσταντινούπολη και τη Χίο έως τη Νάουσα, την Κάσο, τα Ψαρά, την Κύπρο, τη Θεσσαλονίκη και τις Κυδωνίες. Οι αριθμοί διαφέρουν ανά πηγή, όμως το ιστορικό μοτίβο είναι σαφές: η οθωμανική καταστολή δεν ήταν περιφερειακό επεισόδιο, αλλά εκτεταμένη πολιτική αντιποίνων κατά ελληνικών πληθυσμών.