Η απώλεια κύησης παραμένει ένα από τα πιο συχνά φαινόμενα παγκοσμίως. Περίπου το 15% των γνωστών εγκυμοσυνών καταλήγουν σε αποβολή, ωστόσο οι ειδικοί εκτιμούν ότι το πραγματικό ποσοστό είναι σημαντικά υψηλότερο, καθώς πολλές εγκυμοσύνες χάνονται πριν καν γίνουν αντιληπτές.
Ο ρόλος των χρωμοσωμικών ανωμαλιών στις αποβολές
Οι αιτίες μιας αποβολής μπορεί να είναι πολλές, ωστόσο οι χρωμοσωμικές ανωμαλίες αποτελούν έναν από τους πιο συχνούς παράγοντες. Περίπου οι μισές από όλες τις γνωστές αποβολές στο πρώτο και δεύτερο τρίμηνο σχετίζονται με έμβρυα που διαθέτουν περισσότερα ή λιγότερα χρωμοσώματα από το φυσιολογικό, μια κατάσταση γνωστή ως ανευπλοειδία.
Η μεγαλύτερη έως σήμερα γενετική ανάλυση εμβρύων IVF
Σε νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Nature, ερευνητές ανέλυσαν γενετικά δεδομένα από 139.416 έμβρυα εξωσωματικής γονιμοποίησης (IVF), τα οποία προέρχονταν από 22.850 ζεύγη βιολογικών γονέων. Στόχος τους ήταν να εντοπίσουν γενετικά μοτίβα που αυξάνουν τον κίνδυνο χρωμοσωμικών λαθών και, κατ’ επέκταση, απώλειας κύησης.
Συνολικά, οι επιστήμονες εντόπισαν 92.485 ανευπλοειδικά χρωμοσώματα σε 41.480 διαφορετικά έμβρυα, ένα εύρημα που προσφέρει πρωτοφανή στατιστική ισχύ.
«Τα πιο σαφή στοιχεία μέχρι σήμερα»
«Αυτή η εργασία παρέχει τα πιο σαφή στοιχεία μέχρι σήμερα για τις μοριακές οδούς μέσω των οποίων προκύπτει ο μεταβλητός κίνδυνος χρωμοσωμικών λαθών στους ανθρώπους», δηλώνει ο επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης, Rajiv McCoy, υπολογιστικός βιολόγος στο Πανεπιστήμιο Johns Hopkins.
Όπως επισημαίνει, τα ευρήματα «εμβαθύνουν την κατανόησή μας για τα πρώιμα στάδια της ανθρώπινης ανάπτυξης και ανοίγουν την πόρτα για μελλοντικές εξελίξεις στην αναπαραγωγική γενετική και τη φροντίδα γονιμότητας».
Γιατί η ηλικία δεν είναι ο μόνος παράγοντας κινδύνου
Οι χρωμοσωμικές ανωμαλίες εμφανίζονται συχνότερα στο ωάριο και η συχνότητά τους αυξάνεται με την ηλικία της μητέρας. Αν και η ηλικία αποτελεί καθιερωμένο παράγοντα κινδύνου, οι ερευνητές σημειώνουν ότι μέχρι σήμερα υπήρχαν περιορισμένα δεδομένα για το ευρύτερο γενετικό υπόβαθρο.
«Πρόκειται για ένα χαρακτηριστικό στενά συνδεδεμένο με την επιβίωση και την αναπαραγωγική επιτυχία», εξηγεί ο Δρ. McCoy. «Η εξέλιξη επιτρέπει μόνο γενετικές διαφορές με μικρές επιπτώσεις να είναι συχνές στον πληθυσμό. Για να ανιχνεύσεις αυτές τις επιπτώσεις, χρειάζεσαι τεράστια δείγματα».
Τα γονίδια-κλειδιά που επηρεάζουν τη μείωση
Η ισχυρότερη γενετική συσχέτιση εντοπίστηκε σε γονίδια που ρυθμίζουν τον τρόπο με τον οποίο τα χρωμοσώματα ζευγαρώνουν, ανασυνδυάζονται και διαχωρίζονται κατά τη μείωση, τη διαδικασία δημιουργίας των ωαρίων.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται σε μια παραλλαγή του γονιδίου SMC1B, το οποίο κωδικοποιεί μια πρωτεΐνη που συγκρατεί τα χρωμοσώματα κατά τη μείωση. Η συγκεκριμένη παραλλαγή συνδέθηκε με μειωμένο αριθμό χρωμοσωμικών διασταυρώσεων και αυξημένο κίνδυνο μειωτικής ανευπλοειδίας από τη μητέρα.
Παράλληλα, η ανάλυση ανέδειξε συσχετίσεις και με άλλα γονίδια που εμπλέκονται στον ανασυνδυασμό, όπως τα C14orf39, CCNB1IP1 και RNF212.
Γενετικοί μηχανισμοί που ξεκινούν πριν τη γέννηση
«Το εύρημα αυτό είναι ιδιαίτερα συναρπαστικό», τονίζει ο Δρ. McCoy, «διότι τα γονίδια που εντοπίσαμε στους ανθρώπους είναι ακριβώς εκείνα που οι πειραματικοί βιολόγοι μελετούν εδώ και δεκαετίες σε οργανισμούς-μοντέλα, όπως τα ποντίκια και τα σκουλήκια».
Η μείωση στις γυναίκες ξεκινά ήδη από την εμβρυϊκή ανάπτυξη, όταν τα χρωμοσώματα ζευγαρώνουν και ανασυνδυάζονται, και στη συνέχεια «παγώνει» για χρόνια μέχρι να επανεκκινήσει στην ενήλικη ζωή, λίγο πριν την ωορρηξία και τη γονιμοποίηση.
Οι γενετικές παραλλαγές μπορούν να προκαλέσουν αστάθεια σε αυτό το μακρό διάστημα, κάνοντας τα χρωμοσώματα να διαχωρίζονται πιο εύκολα και αυξάνοντας έτσι την πιθανότητα ανευπλοειδίας αργότερα.
Τι σημαίνουν τα ευρήματα για το μέλλον
«Τα αποτελέσματά μας δείχνουν ότι οι κληρονομικές διαφορές σε αυτές τις μειωτικές διεργασίες συμβάλλουν στη φυσική διακύμανση του κινδύνου ανευπλοειδίας και απώλειας κύησης μεταξύ των ατόμων», σημειώνει ο Δρ. McCoy.
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι, παρά τα σημαντικά ευρήματα, η ακριβής πρόβλεψη του ατομικού κινδύνου για αποβολή παραμένει δύσκολη, καθώς παίζουν ρόλο και άλλοι παράγοντες, όπως η ηλικία της μητέρας και οι περιβαλλοντικές επιδράσεις.
Ωστόσο, η καλύτερη κατανόηση αυτών των γενετικών μηχανισμών θα μπορούσε να συμβάλει στην ανάπτυξη νέων φαρμακευτικών παρεμβάσεων και να αποτελέσει τη βάση για μελλοντικές έρευνες σχετικά με μητρικές και πατρικές γενετικές παραλλαγές που συνδέονται με την απώλεια κύησης.