Όταν ακούμε τη φράση «καρκίνος του πνεύμονα», οι περισσότεροι τη συνδέουμε αυτόματα με το κάπνισμα. Και πράγματι, για δεκαετίες η σύνδεση αυτή ήταν τόσο ισχυρή, ώστε σχεδόν επισκίασε μια άλλη σημαντική πραγματικότητα: ο καρκίνος του πνεύμονα μπορεί να εμφανιστεί και σε ανθρώπους που δεν κάπνισαν ποτέ στη ζωή τους. Αυτή η μορφή της νόσου αναγνωρίζεται πλέον όλο και περισσότερο ως μια ξεχωριστή βιολογική και κλινική οντότητα, με δικά της χαρακτηριστικά, διαφορετικούς μηχανισμούς εμφάνισης και ιδιαίτερες προκλήσεις στη διάγνωση και την αντιμετώπιση.
Η καθηγήτρια Θεραπευτικής-Επιδημιολογίας-Προληπτικής Ιατρικής, Παθολόγος (Θεραπευτική Κλινική Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ, Νοσοκομείο Αλεξάνδρα) Θεοδώρα Ψαλτοπούλου, η Αλεξάνδρα Σταυροπούλου (Βιολόγος) και ο Θάνος Δημόπουλος (καθηγητής Θεραπευτικής-Ογκολογίας-Αιματολογίας, Διευθυντής Θεραπευτικής Κλινικής, τ. Πρύτανης ΕΚΠΑ) αναφέρουν ότι σήμερα, ο καρκίνος του πνεύμονα εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις κυριότερες αιτίες θανάτου από καρκίνο παγκοσμίως. Ωστόσο, ενώ τα ποσοστά ενεργού καπνίσματος μειώνονται σε πολλές χώρες, οι περιπτώσεις καρκίνου του πνεύμονα σε μη καπνιστές φαίνεται να αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη σημασία. Υπολογίζεται ότι ένα αξιοσημείωτο ποσοστό των περιστατικών αφορά ανθρώπους που δεν κάπνισαν ποτέ ή κάπνισαν ελάχιστα στη ζωή τους. Συχνά πρόκειται για νεότερους ασθενείς, γυναίκες, και σε πολλές περιπτώσεις η πιο συχνή ιστολογική μορφή είναι το αδενοκαρκίνωμα.
Αυτό που κάνει αυτή τη νόσο τόσο ύπουλη είναι ότι οι ασθενείς αυτοί δεν ταιριάζουν στο «κλασικό» προφίλ κινδύνου. Δεν έχουν το ιστορικό καπνίσματος που θα κινητοποιούσε άμεσα γιατρούς και συστήματα υγείας να τους παρακολουθήσουν στενά. Έτσι, πολλές περιπτώσεις διαγιγνώσκονται σε προχωρημένο στάδιο, όταν τα συμπτώματα έχουν ήδη εμφανιστεί και η νόσος είναι πιο δύσκολο να αντιμετωπιστεί. Με άλλα λόγια, ένα σημαντικό κομμάτι του πληθυσμού παραμένει εκτός του παραδοσιακού ραντάρ πρόληψης και έγκαιρης διάγνωσης.
Τα τελευταία χρόνια, η επιστήμη έχει αρχίσει να φωτίζει καλύτερα αυτή την πλευρά του καρκίνου του πνεύμονα. Μελέτες γενετικής και μοριακής βιολογίας δείχνουν ότι ο καρκίνος του πνεύμονα στους μη καπνιστές δεν είναι απλώς «ο ίδιος καρκίνος χωρίς τσιγάρο». Αντίθετα, φαίνεται ότι αναπτύσσεται μέσα από διαφορετικές βιολογικές διεργασίες. Οι όγκοι αυτοί συχνά εμφανίζουν ιδιαίτερες γενετικές αλλοιώσεις, πολλές από τις οποίες είναι θεραπεύσιμες με σύγχρονες στοχευμένες θεραπείες. Μεταλλάξεις στα γονίδια EGFR, ALK, RET, MET και ROS1, για παράδειγμα, εντοπίζονται συχνά σε αυτή την ομάδα ασθενών και έχουν αλλάξει ριζικά τον τρόπο θεραπείας τους.
Αυτή η μοριακή «υπογραφή» έχει μεγάλη σημασία. Σημαίνει ότι η διάγνωση δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στο να επιβεβαιωθεί η ύπαρξη καρκίνου, αλλά να συνοδεύεται από έγκαιρο και ολοκληρωμένο μοριακό έλεγχο. Σε πολλούς ασθενείς, αυτός ο έλεγχος ανοίγει τον δρόμο για θεραπείες πιο αποτελεσματικές και καλύτερα ανεκτές από την κλασική χημειοθεραπεία. Είναι μια από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις όπου η ιατρική ακριβείας μπορεί να κάνει πραγματική διαφορά στην επιβίωση και στην ποιότητα ζωής.
Αν το κάπνισμα δεν είναι ο βασικός ένοχος σε αυτές τις περιπτώσεις, όλο και περισσότερα δεδομένα δείχνουν ότι σημαντικό ρόλο παίζουν περιβαλλοντικοί και γενετικοί παράγοντες. Το παθητικό κάπνισμα παραμένει ένας από τους πιο τεκμηριωμένους κινδύνους, αυξάνοντας αισθητά την πιθανότητα εμφάνισης νόσου. Παράλληλα, η ατμοσφαιρική ρύπανση -και ιδιαίτερα τα πολύ λεπτά αιωρούμενα σωματίδια, γνωστά ως PM2.5- φαίνεται να συμβάλλει ουσιαστικά στην ανάπτυξη καρκίνου του πνεύμονα σε ανθρώπους που δεν καπνίζουν. Η χρόνια έκθεση σε μολυσμένο αέρα μπορεί να προκαλεί φλεγμονή, οξειδωτικό στρες και βλάβες στο γενετικό υλικό των κυττάρων, δημιουργώντας πρόσφορο έδαφος για καρκινογένεση.
Εξίσου σημαντικός είναι και ο ρόλος του ραδονίου, ενός φυσικού ραδιενεργού αερίου που μπορεί να υπάρχει σε σπίτια και κτίρια χωρίς να γίνεται αντιληπτό. Το ραδόνιο θεωρείται εδώ και χρόνια γνωστός καρκινογόνος παράγοντας για τον πνεύμονα. Επιπλέον, ορισμένες επαγγελματικές εκθέσεις -όπως σε αμίαντο, καυσαέρια ντίζελ ή βιομηχανικά χημικά- μπορούν επίσης να αυξήσουν τον κίνδυνο. Παρότι η συμβολή παραγόντων όπως η διατροφή, η καθιστική ζωή ή οι χρόνιες φλεγμονώδεις καταστάσεις είναι λιγότερο σαφής, θεωρείται πιθανό ότι λειτουργούν επιβαρυντικά σε άτομα με προδιάθεση.
Σε αυτό το σημείο έρχεται να προστεθεί και ο παράγοντας της κληρονομικότητας. Αν και τα πραγματικά κληρονομικά σύνδρομα καρκίνου του πνεύμονα είναι σπάνια, υπάρχουν ενδείξεις ότι ορισμένοι άνθρωποι έχουν γενετική ευαλωτότητα. Οικογενειακό ιστορικό καρκίνου του πνεύμονα, μεταλλάξεις σε γονίδια που σχετίζονται με επιδιόρθωση του DNA, αλλά και συγκεκριμένες κληρονομικές μεταβολές, όπως η σπάνια μετάλλαξη EGFR T790M, φαίνεται να αυξάνουν τον κίνδυνο σε μερίδα ασθενών. Αυτό σημαίνει ότι στο μέλλον ίσως χρειαστεί να μιλάμε περισσότερο για εξατομικευμένη εκτίμηση κινδύνου και λιγότερο για γενικούς κανόνες που βασίζονται μόνο στην ηλικία και το κάπνισμα.
Τα σημερινά προγράμματα προσυμπτωματικού ελέγχου με αξονική τομογραφία χαμηλής δόσης έχουν σχεδιαστεί κυρίως για βαρείς καπνιστές μεγαλύτερης ηλικίας. Αυτό σημαίνει ότι η μεγάλη πλειονότητα των ανθρώπων που διατρέχουν κίνδυνο για καρκίνο του πνεύμονα χωρίς να έχουν καπνίσει, μένει εκτός των κριτηρίων. Νεότερες μελέτες, όμως, δείχνουν ότι σε ομάδες μη καπνιστών με οικογενειακό ιστορικό ή σημαντικές περιβαλλοντικές εκθέσεις, ο έλεγχος μπορεί να εντοπίσει καρκίνους σε πρώιμα στάδια, όταν η θεραπεία είναι πολύ πιο αποτελεσματική. Ήδη, η Ταϊβάν έχει κάνει βήματα προς μια πιο διευρυμένη, βασισμένη στον κίνδυνο προσέγγιση.
Συνεπώς, ο καρκίνος του πνεύμονα δεν είναι αποκλειστικά νόσος των καπνιστών. Η αντίληψη αυτή, αν και ιστορικά κατανοητή, δεν αρκεί πλέον. Χρειαζόμαστε μια νέα οπτική που να λαμβάνει υπόψη τη ρύπανση, το παθητικό κάπνισμα, το ραδόνιο, την επαγγελματική έκθεση και τη γενετική προδιάθεση. Χρειαζόμαστε, επίσης, καλύτερη ενημέρωση του κοινού και των επαγγελματιών υγείας, ώστε τα ύποπτα συμπτώματα να μην αγνοούνται μόνο και μόνο επειδή ο ασθενής «δεν κάπνισε ποτέ».
Καθώς η έρευνα προχωρά, γίνεται όλο και πιο ξεκάθαρο ότι ο καρκίνος του πνεύμονα στους μη καπνιστές αποτελεί ένα σημαντικό, αλλά συχνά αόρατο, ζήτημα δημόσιας υγείας. Η καλύτερη κατανόηση των αιτιών του, η ανάπτυξη νέων στρατηγικών έγκαιρης διάγνωσης και η πρόσβαση όλων των ασθενών σε σύγχρονο μοριακό έλεγχο και εξατομικευμένες θεραπείες είναι κρίσιμα βήματα για το μέλλον.