Η Ελληνική Επανάσταση του 1821 έχει χαραχθεί στη συλλογική μνήμη ως ένας αγώνας ελευθερίας, αυτοθυσίας και εθνικής αναγέννησης. Είναι η στιγμή που ένα υπόδουλο έθνος ύψωσε το ανάστημά του απέναντι σε μια αυτοκρατορία και διεκδίκησε τη θέση του στην Ιστορία. Όταν αναφερόμαστε σε εκείνη την εποχή, σκεφτόμαστε συνήθως ήρωες, μάχες και θυσίες. Ωστόσο, πίσω από τα πράγματι ηρωικά αφηγήματα, πίσω από τις μορφές των μπαρουτοκαπνισμένων οπλαρχηγών και τις ένδοξες μάχες και ναυμαχίες, εκτυλισσόταν και μια άλλη, λιγότερο φωτισμένη πραγματικότητα, που αφορά το ανθρώπινο σώμα ως πεδίο εξουσίας, βίας και οικονομικής συνδιαλλαγής και εύλογα δεν θα τη βρεις στα σχολικά βιβλία.

Θα πρέπει να έχουμε κατά νου πως η Επανάσταση εκτυλίχθηκε σε μια εποχή αρκετά βίαιη, με αρκετά ακραίες νοοτροπίες για τα σημερινά δεδομένα. Στην πρακτική του πολέμου των οθωμανικών Βαλκανίων η βία δεν περιοριζόταν απλώς και μόνο στην εξόντωση του αντιπάλου, αλλά επεκτεινόταν στη διαχείριση και εκμετάλλευση του σώματός του. Κομμένα κεφάλια, αυτιά και γλώσσες μετατρέπονταν σε τρόπαια και επίδειξη ισχύος. Την ίδια ώρα οι αιχμάλωτοι μετατρέπονταν αρκετές φορές σε πηγή αποκόμισης λύτρων, ευκαιρία πώλησής τους ως δούλους στα σκλαβοπάζαρα ή αποτελούσαν θύματα σεξουαλικής εκμετάλλευσης.

Οι Έλληνες ακολουθούσαν τις βίαιες πρακτικές των Οθωμανών

Μέχρι την παραμονή του εθνικοαπελευθερωτικού Αγώνα, οι Έλληνες ήταν ενταγμένοι στον οθωμανικό κόσμο, συμμεριζόμενοι πρακτικές και αντιλήψεις που καθόριζαν τον τρόπο διεξαγωγής του πολέμου. Όταν ξέσπασε λοιπόν η εξέγερση, δεν απέρριψαν αυτές τις πρακτικές· αντίθετα, τις υιοθέτησαν και τις προσάρμοσαν στις νέες συνθήκες. Η διαφορά δεν βρισκόταν τόσο στις μεθόδους, όσο στο νόημα που απέκτησαν: η βία πλέον υπηρετούσε έναν εθνικό σκοπό.

Σε αυτή τη λιγότερο φωτισμένη όψη του 1821 θα αναφερθούμε σήμερα, έχοντας ως οδηγό το νέο εξαιρετικό βιβλίο του καθηγητή Ιστορίας στο πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, Γιάννη Κοτσώνη, υπό τον τίτλο «Η Ελληνική Επανάσταση, η βίαιη γέννηση του έθνους-κράτους», που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Διόπτρα». Όπως αναφέρεται και στο οπισθόφυλλο του πονήματος: «Δεν χρειάζεται να αναγνωρίζουμε την Ελληνική Επανάσταση, χρειάζεται να τη συναντούμε. Τα κλισέ πρέπει να δίνουν τη θέση τους στον θαυμασμό και στην περιέργεια. Αλλά το ίδιο ισχύει για όλα τα ιστορικά γεγονότα, και η ιστορία της Ελλάδας αποτελεί αντικείμενο μελέτης για κάτι παγκόσμιο. Είναι ένας τρόπος να προσεγγίζουμε αυτό που θεωρούμε αυτονόητο κι έπειτα να το αμφισβητούμε, με σκοπό να ανακτήσουμε την πρώτη του λάμψη».

Συνέλλεγαν ανθρώπινα μέλη μετά τη μάχη

Το ανθρώπινο σώμα υπήρξε ανέκαθεν δείκτης κοινωνικού κύρους και ταυτόχρονα εμπορεύσιμο αγαθό. Στους περιφερειακούς πολέμους των Βαλκανίων αυτό σήμαινε δύο πράγματα: αφενός τα μέλη του σώματος που συλλέγονταν ύστερα από μια μάχη ως τρόπαια και αφετέρου ολόκληρο το σώμα του αιχμαλώτου, το οποίο μπορούσε να κρατηθεί για λύτρα, να φονευτεί ή να εξανδραποδιστεί (σ.σ. να πουληθεί ως δούλος), ανάλογα με την κοινωνική τάξη, το φύλο και την αξία του. «Αυτές ήταν οι πρακτικές στα οθωμανικά Βαλκάνια και οι Έλληνες του 1821, ας μην το ξεχνάμε, ήταν Βαλκάνιοι Οθωμανοί το 1820. Ως επαναστάτες, ακολούθησαν τις ίδιες πρακτικές, αλλά ανέτρεψαν την κοινωνική ιεραρχία. Με μια πρώτη ματιά, αυτό μοιάζει με απομίμηση, όμως οι νέες συνθήκες του εθνικισμού προσέδωσαν στη βία και τη δουλεία διαφορετικό νόημα. Τις προίκισαν με μια νέα οριστικότητα», διαβάζουμε.

Οι Οθωμανοί πολεμιστές που ήρθαν από τον βορρά και τη Μικρά Ασία για να ανακαταλάβουν τη Ρούμελη και τον Μοριά, μεσούσης της Επανάστασης, εισήλθαν στις πολεμικές συγκρούσεις κατά των Ελλήνων με καθιερωμένες πρακτικές. Στα απομνημονεύματα του Ντελή Μουσταφά, του μισθοφόρου που βρέθηκε στη μάχη των Δερβενακίων την 22α Ιουλίου 1822, γίνεται λόγος με πολλές λεπτομέρειες για τα κεφάλια, τις γλώσσες και τα αυτιά που ο ίδιος και οι σύντροφοί του έπαιρναν σε κάθε ευκαιρία από τους «άπιστους». Τι ακριβώς έπαιρνε, από πού, πότε και ποια ανταμοιβή λάμβανε. Και μιλάμε για μάχη στην οποία ηττήθηκε η οθωμανική στρατιά του Μαχμούτ πασά Δράμαλη.

Παστωμένα με αλάτι αυτιά και γλώσσες στο παλάτι του σουλτάνου

Ο καθηγητής κ. Γιάννης Κοτσώνης, που πέραν όλων των άλλων είναι επίσης ιδρυτής και διευθυντής του Κέντρου Ρωσικών Μελετών Jordan στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, μας πληροφορεί ότι στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, ο στρατιώτης που παρέδιδε ένα μέλος σώματος του εχθρού στον διοικητή του, μπορούσε να περιμένει χρηματική ανταμοιβή. Μάλιστα ο ταμίας του λόχου κατέβαλλε καθορισμένο ποσό από ειδικό κονδύλι. Οι ανταμοιβές αυτές αυξάνονταν, όταν τα τρόπαια που προέρχονταν από σημαίνοντα πρόσωπα του αντιπάλου διαβιβάζονταν στα ανώτερα κλιμάκια της ιεραρχίας των διοικητών, ώσπου έφταναν στον σουλτάνο, στην Κωνσταντινούπολη, «όπου τα μέλη των σωμάτων σωριάζονταν με τελετουργικό τρόπο στην αυλή του παλατιού Τοπ Καπί».

Τα αυτιά και οι γλώσσες μεταφέρονταν ευκολότερα όταν ήταν παστωμένα με αλάτι, αλλά τα κεφάλια ήταν πιο δύσκολη υπόθεση. Για την ακρίβεια, ο Οθωμανός στρατιώτης μετέφερε το αποξηραμένο δέρμα του κεφαλιού παστωμένο με αλάτι, μια εργασία που αναλάμβανε να φέρει εις πέρας ο μάγειρας του λόχου ή κάποιος χασάπης της περιοχής. Στη συνέχεια, για να το παρουσιάσουν, το ενυδάτωναν και το γέμιζαν με άχυρα ή πριονίδι.

100 κεφάλια Ελλήνων από τη Σαμοθράκη στον πασά

Τον Οκτώβριο του 1821, εκατό κεφάλια από τη σφαγή της Σαμοθράκης (που είχε λάβει χώρα την 1η Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους) εκτέθηκαν στην κατοικία του πασά στην ηπειρωτική χώρα, απέναντι από το νησί. Θυμίζουμε ότι σύμφωνα με τις ιστορικές πηγές στο ολοκαύτωμα της Σαμοθράκης σφαγιάστηκαν περίπου 10.000 άνδρες και αγόρια. Τα γυναικόπαιδα πουλήθηκαν στα παζάρια της Κωνσταντινούπολης και της Σμύρνης, ενώ τα σπίτια παραδόθηκαν στις φλόγες.

Κεφάλια Χιωτών στο Τοπ Καπί

Αμέσως μετά τη σφαγή της Χίου, στις 30 Μαρτίου 1822 που σφαγιάστηκαν δεκάδες χιλιάδες Έλληνες, φορτία ολόκληρα από κεφάλια και αυτιά εστάλησαν στο Τοπ Καπί και «πετάχτηκαν με τελετουργικό τρόπο στο έδαφος μπροστά στο παλάτι».

Επίδειξη 5.498 αυτιών στον Βρετανό πρέσβη

Το 1826 ο σουλτάνος Μαχμούτ Β’ έδειξε με καμάρι στον Βρετανό πρέσβη της Κωνσταντινούπολης 5.498 αυτιά που είχαν συλλεχθεί μετά την πτώση και τη σφαγή του Μεσολογγίου. Για τον ισλαμιστή μονάρχη αποτελούσαν σύμβολα ισχύος και ολοκληρωτικής ήττας των απίστων.

Ίδια τακτική και από τον Κολοκοτρώνη

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης γνώριζε καλά αυτές τις πρακτικές. Ως αρματολός, αυτός και οι άνδρες του έκοβαν τα κεφάλια των δικών τους νεκρών, για να μην επιτρέψουν στον εχθρό να πάρει φεύγοντας τρόπαια. Κατά καιρούς μάλιστα ξεσπούσαν μικρές μάχες για την ανάκτηση των κεφαλιών των νεκρών συντρόφων, προκειμένου να τα ενώσουν με τα σώματα. Ο Γέρος του Μοριά εφάρμοζε και ο ίδιος αυτή την πρακτική. Κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια της Επανάστασης, πρόσφερε ένα «τάλαρο» (περίπου το ένα τέταρτο του μηνιαίου μισθού ενός μισθοφόρου) για κάθε κεφάλι Τούρκου που θα του έφερναν οι άνδρες του.

Ο μισθοφόρος Ντελή Μουσταφά, που προαναφέραμε, αναφέρει στις σημειώσεις του ότι και οι Έλληνες συνέλεγαν κεφάλια και δη σε μεγάλες ποσότητες. Σε μια αψιμαχία γλίτωσε από βέβαιο θάνατο όταν οι Έλληνες που τον καταδίωκαν σταμάτησαν, για να μαζέψουν κεφάλια συμπατριωτών τους. Όπως αναφέρει ο καθηγητής κ. Κοτσώνης, «και οι Έλληνες, όταν νικούσαν, συγκέντρωναν κεφάλια και τα κυλούσαν προς την πλευρά των Οθωμανών για να τους ρίξουν το ηθικό».

Όταν οι Έλληνες φρόντιζαν να παίρνουν σκλάβους

Τέλος, ακολουθώντας το παράδειγμα των μέχρι πρότινος κατακτητών τους, οι Έλληνες φρόντιζαν ομοίως να παίρνουν σκλάβους. Μάλιστα η ρητή απαγόρευση της δουλείας και του δουλεμπορίου από τη Δεύτερη Εθνοσυνέλευση το 1823 φαίνεται πως αγνοήθηκε σε μεγάλο βαθμό στην πράξη. Γνωρίζουμε ότι ο πρώτος σκλάβος από την τάξη των Οθωμανών πιάστηκε στις 22 Μαρτίου 1821 – με το ξέσπασμα δηλαδή της Επανάστασης. Επρόκειτο για την κόρη του μουσουλμάνου αξιωματούχου, Μουράτι, ο οποίος ήταν από τους πρώτους που σκοτώθηκαν κοντά στην Καλαμάτα. Η κοπέλα δόθηκε στον οπλαρχηγό Αναγνωσταρά ως ένδειξη αναγνώρισης της ανωτερότητάς του.

Η παλλακίδα του Παπαφλέσσα και τα παιδιά τους

Οι οπλαρχηγοί ενδιαφέρονταν πάντως ιδιαίτερα για μουσουλμάνους που είχαν υψηλή κοινωνική θέση και υψηλά αξιώματα, οι οποίοι θα μπορούσαν να κρατηθούν για λύτρα. Τα χρήματα των λύτρων είχαν μεγάλη σημασία, καθώς ενδεχομένως αρκούσαν για να χρηματοδοτήσουν μια εκστρατεία, να θρέψουν έναν στρατό και να πλουτίσουν τον αποδέκτη τους.

Η ελληνική κυβέρνηση, που αντιμετώπιζε μονίμως έλλειψη χρημάτων εκείνα τα χρόνια, ενδιαφερόταν για τους αιχμαλώτους για τον ίδιο λόγο. Το 1825 έστειλε ένα ερωτηματολόγιο στις τοπικές κοινότητες και διαπίστωσε ότι σε όλες τις περιοχές του Μοριά υπήρχαν σκλάβοι που ανήκαν σε προκρίτους (ο Παλαμήδης και ο Μαυρομιχάλης είχαν αρκετούς), κληρικούς (όπως π.χ. ο Παπαφλέσσας που ταξίδευε με τη μουσουλμάνα παλλακίδα και τα παιδιά τους), οπλαρχηγούς (Γιαννάκης Κολοκοτρώνης) και πολλούς απλούς χωρικούς.