Η διαμόρφωση του νέου χρηματοδοτικού πλαισίου για τον επόμενο επταετή ευρωπαϊκό προϋπολογισμό (2028-2034) φέρνει στο προσκήνιο βαθιές διαφωνίες μεταξύ των κρατών-μελών, με τη Γερμανία να ηγείται των πιέσεων για δραστικές περικοπές.
Το Βερολίνο, ως ο μεγαλύτερος καθαρός χρηματοδότης των κοινοτικών ταμείων, αξιώνει τη μείωση του προτεινόμενου πακέτου κατά 400 δισεκατομμύρια ευρώ. Σύμφωνα με επίσημο κυβερνητικό έγγραφο, η αρχική εισήγηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής θα εκτίνασσε την ετήσια γερμανική συμμετοχή πάνω από το επίπεδο των 50 δισεκατομμυρίων ευρώ, ενώ επισημαίνεται ότι ακόμη και μετά το ψαλίδισμα των 400 δισεκατομμυρίων, οι συνολικές δαπάνες θα παρέμεναν αυξημένες κατά 27% σε σύγκριση με το τρέχον καθεστώς.
Οι θέσεις αυτές ευθυγραμμίζονται με το μπλοκ των λεγόμενων «φειδωλών» χωρών του Βορρά, όπου η Ολλανδία, η Αυστρία, η Φινλανδία, η Δανία και η Σουηδία απορρίπτουν τις αυξήσεις. Αντίθετα, ο Πολωνός Επίτροπος για τον Προϋπολογισμό της ΕΕ, Πιοτρ Σεραφίν, απεύθυνε σαφή προειδοποίηση προς τις συγκεκριμένες κυβερνήσεις: «ένας φειδωλός προϋπολογισμός δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι είναι μοντέρνος»
Συμπληρώνοντας μάλιστα τη θέση του σχετικά με τις επιπτώσεις που θα έχουν αυτές οι μειώσεις στους εθνικούς πόρους:
«καθώς υπάρχει ο κίνδυνος ότι πρώτα θα περικοπούν οι δαπάνες σε νέες και επιτακτικές προτεραιότητες της ΕΕ, όπως η άμυνα και η ενεργειακή ασφάλεια. Πρόσθεσε, επίσης, ότι σε τελική ανάλυση, ένας ψαλιδισμένος προϋπολογισμός δεν θα στοιχίσει λιγότερο στους Ευρωπαίους φορολογούμενους καθώς μία σειρά δαπανών του θα πρέπει ούτως ή άλλως να πραγματοποιηθούν σε εθνικό επίπεδο, αλλά με χαμηλότερη αποτελεσματικότητα.»
Η ακτινογραφία του σχεδίου και το μερίδιο της Ελλάδας
Στην αντίπερα όχθη, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εισηγείται μια διεύρυνση των συνολικών πόρων κοντά στα 2 τρισεκατομμύρια ευρώ, έναντι των 1,2 έως 1,3 τρισεκατομμυρίων ευρώ της περιόδου 2021-2027. Σε σταθερές τιμές του 2025, ο ευρωπαϊκός προϋπολογισμός διαμορφώνεται στα 1,7 τρισεκατομμύρια ευρώ, καθώς περιλαμβάνει και 134 δισεκατομμύρια ευρώ που προορίζονται αποκλειστικά για την αποπληρωμή των δανείων του Ταμείου Ανάκαμψης (Next Generation EU).
Η αρχιτεκτονική της πρότασης εισάγει μια ριζική μεταρρύθμιση με την ενοποίηση των κονδυλίων για τη συνοχή, τον πρωτογενή τομέα και τη μετανάστευση σε ένα ενιαίο «Σχέδιο Εθνικής και Περιφερειακής Εταιρικής Σχέσης» (National and Regional Partnership Plan) για κάθε κράτος. Το μοντέλο αυτό λειτουργεί κατ’ αναλογία με το υφιστάμενο Ταμείο Ανάκαμψης, συνδέοντας τις ροές χρηματοδότησης με την υλοποίηση συγκεκριμένων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Βάσει αυτού του σχεδιασμού, το εθνικό μερίδιο που αναλογεί στην Ελλάδα για την επταετία ανέρχεται συνολικά σε 49,2 δισεκατομμύρια ευρώ.
Οι επιμέρους άξονες των δαπανών που προτείνει η Κομισιόν κατανέμονται ως εξής:
- Ανταγωνιστικότητα: 500 δισεκατομμύρια ευρώ για την ενίσχυση της ευρωπαϊκής βιομηχανίας έναντι των πιέσεων από ΗΠΑ και Κίνα.
- Πολιτικές Συνοχής (ΕΣΠΑ & Κοινωνικό Ταμείο): 450 δισεκατομμύρια ευρώ.
- Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ): 300 δισεκατομμύρια ευρώ για τη στήριξη των αγροτικών εισοδημάτων.
- Ερευνητικά Προγράμματα (Horizon Europe): 175 δισεκατομμύρια ευρώ.
- Ασφάλεια και Άμυνα: 131 δισεκατομμύρια ευρώ, ποσό πενταπλάσιο από το τρέχον.
- Εξωτερική Πολιτική και Διεύρυνση: 182 δισεκατομμύρια ευρώ για ανθρωπιστική και αναπτυξιακή βοήθεια.
- Πράσινη Μετάβαση: 67,4 δισεκατομμύρια ευρώ για στροφή σε καθαρές μορφές ενέργειας.
- Διοικητικές Δαπάνες: 104 δισεκατομμύρια ευρώ για τη λειτουργία των οργάνων της ΕΕ.
Το χρονοδιάγραμμα των διαπραγματεύσεων
Η πρόσφατη προσπάθεια της απερχόμενης Κυπριακής Προεδρίας να γεφυρώσει το χάσμα προτείνοντας μια οριζόντια μείωση δαπανών κατά 2% (32,8 δισεκατομμύρια ευρώ) δεν απέδωσε καρπούς, καθώς κρίθηκε ανεπαρκής από τις χώρες του Βορρά.
Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο μεταβίβασε πλέον τη σκυτάλη των συζητήσεων στην Ιρλανδία, η οποία ανέλαβε την Προεδρία. Η επίσημη εντολή προβλέπει την ολοκλήρωση των διαβουλεύσεων στο Συμβούλιο Γενικών Υποθέσεων εντός του 2026, ώστε το 2027 να ψηφιστεί το νομοθετικό πλαίσιο και οι πρώτες εκταμιεύσεις προς τα κράτη-μέλη να ξεκινήσουν κανονικά την 1η Ιανουαρίου 2028.